Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Μιχάλης Ράπτης - Στοιχεία Πολεοδομικής

Εισαγωγικό σημείωμα
 




Το έτος 1940 ο Μιχάλης Ράπτης - Πάμπλο, βρίσκεται με την σύντροφο του στο Παρίσι. Έχει φύγει από την Ελλάδα την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Από το 1938 βρίσκεται στην Γαλλία όπου συνδέεται με το κέντρο του διεθνούς τροτσκιστικού κινήματος. Με την είσοδο του στην Γαλλία, μαζί με την γυναίκα του Έλλη Δυοβουνιώτη γράφονται σαν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Τον Σεπτέμβρη του 1938 παρακολουθεί το ιδρυτικό συνέδριο της 4ης Διεθνούς.  Στο συνέδριο της 4ης Διεθνούς εκπροσωπούνται 2 ελληνικές οργανώσεις, ο Μιχάλης Ράπτης εκπροσωπεί την ΕΟΚΔΕ, στην οποία ηγείται ο Παντελής Πουλιόπουλος, και ο Γιώργος Βιτσώρης την ΚΔΕΕ. 

Στο Παρίσι ζει και την έναρξη του πολέμου, καθώς και την κατάρρευση του γαλλικού μετώπου και την κατάληψη της Γαλλίας από τους ναζί του Χίτλερ. Εκείνη την χρονιά σε μια προσπάθεια να αντισταθμίσει τα θλιβερά αυτά γεγονότα αποφασίζει να ασχοληθεί με το αντικείμενο σπουδών του και γράφει μία μελέτη πάνω στην πολεοδομική.

Όπως διαβάζουμε και στην πολιτική του αυτοβιογραφία:

"Οχυρωμένοι πίσω από την περίφημη Γραμμή Μαζινό, οι Γάλλοι δεν ανησυχούν ιδιαίτερα από την έκρηξη του πολέμου. Στο μέτωπο επικρατούσε μία θεαματική ηρεμία, ένα κλίμα ¨παράξενου είδους πολέμου¨, όπως το ονόμαζαν οι Γάλλοι, και που τερματίστηκε ξαφνικά, απότομα, όταν οι Γερμανοί παρέκαμψαν τη Γραμμή Μαζινό και εισήλθαν ακάθεκτοι από το Βέλγιο στην Γαλλία, τον Μάιο του 1940. 
    Τότε, όταν έλειψε η φρούδη προστασία από τα τείχη και τα όπλα, διαπιστώθηκε ακόμα μια φορά η αλήθεια μιας διάγνωσης θεμελιωμένης από τον καιρό του Θουκιδίδη, από τους βαθύτερους παρατηρητές του φαινομένου των πολέμων στην πρώιμη ακόμα ανθρωπότητα μας: Ό,τι σε τελευταία ανάλυση, η μόνη αληθινή προστασία είναι ο άνθρωπος, ως άτομο και κοινωνία, το ηθικό του, η διάθεση του να αγωνιστεί, χωρίς υπολογισμούς για το κόστος των θυσιών του.  Πράγμα που έλειπε σε μεγάλο βαθμό στη Γαλλία του 1940, όπου η μεν πιο συντηρητική παράταξη της χώρας, θανάσιμα τρομαγμένη από την εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου, ευχήθηκε σχεδόν τη γερμανική εισβολή σαν συνώνυμο εξασφάλισης της κοινωνικής ¨τάξης¨, ενώ ένα μεγάλο μέρος της ηττημένης Αριστεράς, όπως σημείωσα ήδη, είχε περάσει πρακτικά σε μια ηττοπαθή κατάσταση, ύστερα από την απροσδόκητη, παρά φύση συμφωνία Hitler - Stalin.
    Το είχαμε ρίξει στο διάβασμα για να βρούμε κάποιον αντιπερισπασμό στην ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία μας για τις θολωμένες προοπτικές μπροστά μας. Αλλά χωρίς να πέσουμε στην καταπληκτική αμεριμνησία που είχε καταλάβει τους περισσότερους γάλλους φοιτητές της εποχής, οι οποίοι, ενώ κατέρρεε το μέτωπο και προχωρούσαν οι σιδερένιες φάλαγγες των Γερμανών, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν ενδιαφέρονταν παρά αν θα προλάβουν να περάσουν τις εξετάσεις του μοιραίου καλοκαιριού του 1940. Με είχε καταλάβει ξαφνικά μεγάλο ενδιαφέρον για τις πολεοδομικές μου σπουδές, σε βαθμό που συνέταξα γρήγορα ένα ¨Εγχειρίδιο Πολεοδομίας¨ το πρώτο τέτοιο κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα. Η δημοσίευση του έγινε το ίδιο εκείνο καλοκαίρι. Θα υπάρχει, φαντάζομαι, κάποιο αντίτυπο στην Εθνική μας Βιβλιοθήκη."  [1]

Αυτή τη μελέτη του Μιχάλη Ράπτη δημοσιεύουμε εδώ. Δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Στοιχεία Πολεοδομικής" από τον εκδοτικό οίκο Σ. Φωτιάδου το 1940.  Το διάγραμμα της ύλης του κειμένου είναι το εξής: 
Γενικά περί εξελίξεως των πόλεων, 
Υγιεινή των πόλεων, 
Αισθητική των πόλεων,
Αρχιτεκτονική των πόλεων, 
Κυκλοφορία, Ύδρευση, Φωτισμός, 
Νομοθεσία, 
Προς την πόλη του μέλλοντος.

Όπως προκύπτει και από την βιβλιογραφία που παρατίθεται η συγκεκριμένη μελέτη διαλέγεται με τα σύγχρονα της εποχής της επιστημονικά έργα, δίνοντας ένα αρμονικό και άρτιο επιστημονικό έργο. Πρόκειται για ένα κείμενο που διαβάζεται ευχάριστα και από κάποιον που δεν είναι ειδικός και τεχνικά καταρτισμένος πάνω στην συγκεκριμένη θεματική.  

Η δημοσίευση τέτοιων κειμένων βοηθούν νέους και νέες που ασχολούνται με το εν λόγω επιστημονικό αντικείμενο, ώστε να δουν την εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης στον τομέα τους. Επίσης λόγω της προσωπικότητας του συγγραφέα έχει ενδιαφέρον και για τους ερευνητές και μελετητές που ενδιαφέρονται για τους διανοούμενους και αγωνιστές του εργατικού κινήματος και της αριστεράς. Αυτές οι μη πολιτικές πτυχές του έργου τους, μας βοηθούν να έχουμε μια πιο πλήρη εικόνα των διαφόρων πτυχών μιας προσωπικότητας που συνήθως μελετάμε για τις ιδέες του ή για την δράση του.

Πρόκειται επίσης για ένα επιστημονικό έργο, όπου την χρονική περίοδο πριν την εκπόνηση του, όσο και μετά από αυτήν, ο συγγραφέας βρίσκεται σε έντονη θεωρητική αλλά και πρακτικά πολιτική δράση. Λίγα χρόνια αργότερα εκλέγεται γραμματέας της 4ης Διεθνούς, ενώ είναι φυματικός...

Να ευχαριστήσουμε τον Δημήτρη Λιβιεράτο που μας εμπιστεύτηκε αυτή την μελέτη του Μιχάλη Ράπτη από το αρχείο του και μας προτρέπει και στην δημόσια χρήση της!

Για την εργασία κάνε κλικ στο παρακάτω:
Μιχάλης Ράπτης - Στοιχεία Πολεοδομίας


Χάρης Κωστούλας

[1] Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), Η πολιτική μου αυτοβιογραφία, σελ. 68 -69, εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Οικονομικές Κρίσεις και Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία

 της Μαρίας Γιαννοπούλου (*)



Εισαγωγή: Σκοπός της εργασίας είναι η ανάλυση των οικονομικών κρίσεων στον καπιταλισμό από το πρίσμα της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Για την κατανόηση των σύγχρονων οικονομικών κρίσεων όπως αυτή του 2008, πρέπει να ξεκινήσουμε από την συνολική αντίληψη που είχε ο ίδιος ο Μαρξ για τις οικονομικές κρίσεις στον καπιταλισμό. Στη συνέχεια γίνεται μια συνοπτική ανάλυση της θεωρίας της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» όπως αυτή εμφανίζεται στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Αυτή η θεωρία είναι σημαντικό σημείο έναρξης για να καταλάβουμε τις οικονομικές κρίσεις στον καπιταλισμό. Έπειτα αναλύονται οι διάφορες ερμηνείες της κρίσης από οικονομολόγους μεταγενέστερους του Μαρξ και το κατά πόσο αυτές αρκούν για να εξηγήσουν την κρίση, αλλά και τον αν η καθαρή μορφή της θεωρίας της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» αρκεί. Για να καταλάβουμε όμως ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητες των οικονομικών κρίσεων την εποχή του Μαρξ σε σχέση με το σήμερα παρουσιάζεται η τυποποίηση των οικονομικών κρίσεων και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τύπου οικονομικής κρίσης στην ιστορία της καπιταλιστικής παραγωγής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης του 1929, καθώς η προσπάθεια να βρεθεί μετά το κραχ του ’29 ισορροπία στην οικονομία, διαμόρφωσε τα οικονομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού μεταπολεμικά.  Στο τέλος εξετάζονται τα οικονομικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν οικονομική κρίση του 2008 μέσα από το πρίσμα όλων των προηγούμενων θεωριών. 


1. Οι θεωρίες των κρίσεων στο ίδιο το έργο του Μαρξ


Στην μαρξιστική πολιτική οικονομία ξεκινώντας από τον Μαρξ υπάρχουν διάφοροι μαρξιστές θεωρητικοί που διατύπωσαν θεωρίες προκειμένου να αναλύσουν την ύπαρξη οικονομικών κρίσεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μια γενική παραδοχή της μαρξιστικής οικονομίας είναι πως οι οικονομικές κρίσεις είναι έμφυτες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επομένως πολλοί μεταγενέστεροι μαρξιστές εξέλιξαν και προσάρμοσαν τις αρχικές αναφορές του Μαρξ στην δική τους εποχή και στα δικά τους δεδομένα. Ο ίδιος ο Μαρξ δεν είχε προλάβει να αναπτύξει μια πλήρη θεωρία της κρίσης, οι παρατηρήσεις του είναι διάχυτες στον 2ο και 3ο Τόμο του Κεφαλαίου, στο Θεωρίες για την Υπεραξία εκδ. Σύγχρονη εποχή και στα διάφορα άρθρα του σχετικά με τις τρέχουσες οικονομικές κρίσεις (Μαντέλ, 1990).

   Για τον Μαρξ ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής διέπεται από διάφορους αντιφατικούς παράγοντες που η μεταξύ τους σύγκρουση βρίσκει διέξοδο στις κρίσεις. Με τις κρίσεις αυτές βρίσκονται στιγμιαίες και βίαιες λύσεις των υπαρχουσών αντιφάσεων, με άλλα λόγια αποκαθίσταται για ένα χρονικό διάστημα η ισορροπία εντός του πρότσες της αναπαραγωγής του κεφαλαίου (Μαρξ σελ.315 Τ.3) Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ παρουσιάζει τον νόμο της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» (τον οποίο θα παρουσιάσουμε στην συνέχεια) με τον οποίο δεν έχει ως αποκλειστικό σκοπό να εξηγήσει την αιτία των κρίσεων αλλά χρησιμεύει γενικά στην κατανόηση όρων που εμφανίζονται στην καπιταλιστική παραγωγή όπως το κέρδος, η υπεραξία το σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο καθώς και πως αυτοί αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους. Στο Θεωρίες για την Υπεραξία (4ος τόμος του Κεφαλαίου- μέρος δεύτερο) ο Μαρξ μας εκθέτει τις διάφορες δυνατότητες που μπορούν να προκύψουν οι κρίσεις, όπου αναλύει ποιοι άλλοι παράγοντες είναι δυνατόν να αποτελέσουν την αιτία της κρίσης.


 2. Ο νόμος της «πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους»


Ο Μαρξ στον πρώτο τόμου του Κεφαλαίου έδειξε ότι η υπεραξία παράγεται μόνο από την ζωντανή εργασία δηλαδή από το μέρος του κεφαλαίου του καπιταλιστή που ξοδεύεται στους μισθούς των εργαζομένων του και όχι στο μέρος αυτό που ξοδεύεται για τα μηχανήματα, τον τεχνολογικό εξοπλισμό και τις πρώτες ύλες. Το πρώτο μέρος του κεφαλαίου αυτού ο Μαρξ το ονομάζει σταθερό και το δεύτερο μεταβλητό. Από εδώ προκύπτει ότι όσο περισσότερο επενδύσει ο καπιταλιστής στο μεταβλητό κεφάλαιο τόση μεγαλύτερη υπεραξία και άρα κέρδος θα αντλήσει. Αυτό όμως έρχεται σε αντίφαση με μια βασική λογική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: την υποκατάσταση ζωντανής από νεκρή εργασία, βασική λογική που προκύπτει από τον ανταγωνισμό (για να εξασφαλιστεί η παραγωγικότητα γίνονται επενδύσεις σε νέο τεχνολογικό εξοπλισμό, πρώτες ύλες και ενέργεια αντί να γίνουν σε μισθούς (Μαντέλ, 2007). Αφού εξηγήσαμε την διαφορά μεταβλητού και σταθερού κεφαλαίου μπορούμε να υποθέσουμε πως όταν είναι δοσμένος ο μισθός της εργασίας και δοσμένη η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, λ.χ. 100 αντιπροσωπεύει έναν ορισμένο αριθμό εργατών. Ας υποθέσουμε λ.χ. ότι 100 λίρες στερλίνες (είναι η νομισματική μονάδα που χρησιμοποιεί ο Μαρξ) είναι ο μισθός των εργατών για μια βδομάδα. Αν αυτοί οι εργάτες χρησιμοποιούν τόση αναγκαία εργασία (η εργασία που χρειάζεται ο εργάτης για να αναπαράγει τον μισθό της εργασίας του) όση και υπεραξία (η αξία που καρπώνεται από τον καπιταλιστή), τότε η συνολική νέα αξία που θα έχουν δημιουργήσει θα είναι 200 λίρες στερλίνες και η υπεραξία που θα έχουν παράγει θα έφτανε τις 100 λίρες στερλίνες. Το ποσοστό της υπεραξίας υ/μ θα ήταν 100%. Αυτό το ποσοστό της υπεραξίας εκφράζεται διαφορετικά ως ποσοστό κέρδους ανάλογα με το διαφορετικό μέγεθος του σταθερού κεφαλαίου σ, επομένως και του συνολικού κεφαλαίου Κ, γιατί το ποσοστό του κέρδους =υ/Κ. Με 100% το ποσοστό της υπεραξίας:

 

Αν το σ=50, το μ=100, τότε το κ’ = 100/150=66 2/3%.

Αν το σ=100, το μ=100, τότε το κ’ = 100/200=50%.

Αν το σ=200, το μ=100, τότε το κ’ = 100/300=33 1/3%.

Αν το σ=300, το μ=100, τότε το κ’ = 100/400=25%.

Αν το σ=400, το μ=100, τότε το κ’ = 100/5000=20%.

 

Το ίδιο ποσοστό υπεραξίας, με αμετάβλητο τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας, θα εκφραζόταν έτσι με μειωμένο ποσοστό κέρδους, γιατί, με την αύξηση του υλικού μεγέθους του σταθερού κεφαλαίου αυξάνεται και το συνολικό κεφάλαιο. Αν υποθέσουμε τώρα ότι αυτή η βαθμιαία αλλαγή στης σύνθεσης του κεφαλαίου δεν γίνεται μόνο σε ξεχωριστές σφαίρες παραγωγής, αλλά λίγο πολύ σε όλες τις αποφασιστικές σφαίρες παραγωγής, ότι λοιπόν περιλαμβάνει αλλαγές στην σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου, που ανήκει σε μια καθορισμένη κοινωνία, τότε πρέπει αυτή η βαθμιαία αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, να έχει απαραίτητα σαν αποτέλεσμα μια βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους. (σελ.267 3ος τόμος) Όμως σταδιακά παρατηρείται και η μείωση και η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο επομένως και με το συνολικό κεφάλαιο που τίθεται σε κίνηση. Η υπεραξία όμως, επομένως και το κέρδος, μπορεί να αντληθεί μόνο από το μεταβλητό κεφάλαιο. Με την προοδευτική σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δημιουργεί μια αυξανόμενη υψηλότερη οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, άμεση συνέπεια της οποίας είναι το ποσοστό της υπεραξίας να εμφανίζεται με ένα σταθερά μειωμένο γενικό ποσοστό κέρδους ακόμη και με το να μένει αμετάβλητος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας (σελ.269). Αυτονόητη ανάγκη που προκύπτει από την φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι ότι στην ανάπτυξή του, το γενικό ποσοστό υπεραξίας πρέπει να εκφράζεται με ένα γενικό ποσοστό κέρδους που πέφτει. Αυτός ο νόμος που αναλύσαμε εν συντομία είναι τεράστιας σημασίας για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γιατί αποτελούσε το μυστήριο της πολιτικής οικονομίας  από τον καιρό του Άνταμ Σμιθ και η διαφορά ανάμεσα στις διάφορες σχολές από τον καιρό του Άνταμ Σμιθ συνίσταται στις διάφορες προσπάθειες για την λύση του. Εδώ να σημειώσουμε ότι ο κάθε βιομηχανικός κλάδος δεν παίρνει άμεσα το ποσοστό υπεραξίας που παράχθηκε απλά παίρνει μέρος του συνόλου της παραγόμενης υπεραξίας, ανάλογα με το μέρος που αντιπροσωπεύει στο συνολικό κεφάλαιο που δαπανήθηκε. Η συνολική υπεραξία σε μια κοινωνία αναδιανέμεται, δηλαδή η υπεραξία μπορεί να μεταφερθεί από κάποιον κλάδο της παραγωγής που έχει οργανική σύνθεση κεφαλαίου πάνω από τον κοινωνικό μέσο όρο σε κάποιον κλάδο που έχει οργανική σύνθεση του κεφαλαίου κάτω από το μέσο όρο.


 3. Είναι αρκετός ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους για να εξηγήσει τις οικονομικές κρίσεις;


Σύμφωνα με τον Ερνέστ Μαντέλ και ναι και όχι. Πολλοί σύγχρονοι μαρξιστές υιοθέτησαν την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους ως την κύρια συμβολή του Μαρξ στην θεωρία των κρίσεων. Μέσα στο πλαίσιο του βιομηχανικού κύκλου οι αυξομειώσεις του ποσοστού κέρδους συνδέονται με τις αυξομειώσεις στην παραγωγή όμως αυτό δεν αρκεί για να δώσει μια πλήρως αιτιολογημένη εξήγηση της κρίσης. Υπάρχει ο κίνδυνος να εξηγηθούν οι κρίσεις μηχανιστικά δηλαδή ότι οι κρίσεις προκαλούνται από την ανεπαρκή παραγωγή υπεραξίας -το κεφάλαιο δεν αξιοποιείται αρκετά επομένως περιορίζονται οι επενδύσεις, οι πωλήσεις, η απασχόληση κλπ. Αυτό συνεχίζεται μέχρι η πτώση της απασχόλησης και η απαξίωση του κεφαλαίου να πέσουν σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ώστε να αυξηθεί ικανοποιητικά το ποσοστό της υπεραξίας και να συσσωρευτεί πάλι κεφάλαιο για να αυξηθούν ξανά οι επενδύσεις, το εισόδημα, η απασχόληση, οι πωλήσεις, η παραγωγή κλπ. Η κύρια αδυναμία αυτής της μονοαιτιακής εξήγησης είναι ότι επικεντρώνεται μόνο στην σφαίρα της παραγωγής, αδυναμία που βασίζεται στην σύγχυση που υπάρχει για την ίδια την φύση του εμπορεύματος και της εμπορευματικής παραγωγής. Όπως και νόμος των αγορών του Ζαν Μπατίστ Σεΐ (τα εμπορεύματα που παράγονται συγχρόνως και τα απαραίτητα εισοδήματα που θα απορροφήσουν τα προϊόντα από την αγορά), έτσι και η εξήγηση αυτή υποθέτει σιωπηρά ότι πρόβλημα υπάρχει μόνο στην παραγωγή υπεραξίας και όχι στην επαναμεταστροφή του προϊόντος σε αξία. Αυτό υποθέτει έναν καπιταλισμό όπου έχουμε άμεση ανταλλαγή και όχι την παραγωγή προϊόντων με σκοπό την πώληση. Επιπλέον αυτή η χοντροκομμένη θεωρία των κρίσεων που βασίζεται στην «ανεπαρκή παραγωγή υπεραξίας» είναι επικίνδυνη όταν θελήσουμε να δώσουμε και μια λύση στις καπιταλιστικές κρίσεις υπερπαραγωγής, καθώς το συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει από μια τέτοια εξήγηση είναι ότι η κρίση θα μπορέσει να ξεπεραστεί μόνο αν μειωθούν οι πραγματικοί μισθοί, δηλαδή το μεταβλητό κεφάλαιο και συνεπώς αυξηθεί η υπεραξία. Όμως όπως είδαμε και παραπάνω στην ανάλυση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους κάτι τέτοιο δεν προκύπτει εμπειρικά από την πραγματική πορεία εξέλιξης του βιομηχανικού κύκλου. Ο Ερνέστ Μαντέλ θεωρεί πως η κριτική αυτής της μηχανιστικής αντίληψης μπορεί να επεκταθεί σε μια κριτική για κάθε άλλη μονοαιτιακή εξήγηση των κρίσεων υπερσυσώρευσης. Διακρίνει τρεις κύριες εκδοχές που ερμηνεύουν την θεωρία του Μαρξ για την κρίση και βασίζονται σε μια μόνο αιτία:

1)         Η καθαρή θεωρία της δυσαναλογικότητας. Η αιτία των κρίσεων βρίσκεται στην καπιταλιστική αναρχία της παραγωγής, δηλαδή στο ότι οι επενδυτικές αποφάσεις δεν παίρνονται συλλογικά από τους καπιταλιστές και επομένως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συνθήκες ισορροπίας. Υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ήταν ο ρώσος νόμιμος μαρξιστής Μιχαήλ Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, ο αυστρομαρξιστής Ρούντολφ Χίλφρεντινγκ και ο μπολσεβίκος Νικολάι Μπουχάριν. Η λύση που προκύπτει για την αντιμετώπιση της κρίσης υπερπαραγωγής είναι η οργάνωση καρτέλ-μονοπωλίων από τους καπιταλιστές για να διευκολυνθεί ο προσανατολισμός της παραγωγής, λύση που παραβλέπει πως η δυσαναλογικότητα μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης οφείλεται στην ενδογενή τάση του καπιταλισμού για την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από την μία, και την περιορισμένη κατανάλωση της πλειοψηφίας των ανθρώπων από την άλλη.

2)     Η καθαρή θεωρία της υποκατανάλωσης των μαζών. Αυτή η θεωρία έχει ως προγόνους πολλούς μη-μαρξιστές (Μάλθους, Σισμοντί, ρώσοι Ναρόντικοι) και με κύριους υποστηρικτές μεταξύ των μαρξιστών τον Καρλ Καούτσκι, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, την Ναταλία Μαζόφσκα, τον Φριτζ Στέρνμπεργκ και τον Πωλ Σουήζυ. Βασική αιτία των κρίσεων υπερπαραγωγής, η διαφορά παραγωγής και κατανάλωσης.  Η κρίση θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι πραγματικοί μισθοί ήταν μεγαλύτεροι, αν το κράτος αναδιένειμε το εισόδημα και κατά συνέπεια διανεμόταν «αγοραστική δύναμη» με την μορφή κοινωνικής ασφάλισης και επιδομάτων ανεργίας, προς όφελος των εργαζομένων. Όμως η καπιταλιστική παραγωγή δεν έχει μόνο ως σκοπό την πώληση προϊόντων για να παραχθεί υπεραξία και να συσσωρευθεί το κεφάλαιο, κύριος σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής είναι το κέρδος. Ακόμη και αν το κράτος μπορέσει να διατηρήσει τα εισοδήματα σε ικανοποιητικό βαθμό στην κορύφωση ή στην αρχή της κρίσης το ποσοστό κέρδους τον καπιταλιστών έχει ήδη αρχίσει να πέφτει μέσω της μείωσης της υπεραξίας των καπιταλιστών, επομένως οι καπιταλιστές δεν θα αυξήσουν τις επενδύσεις και η ύφεση θα συνεχιστεί.

3)     Η καθαρή θεωρία της υπερσυσσώρευσης. Κύρια αιτία της κρίσης είναι η ανεπαρκή μάζα της παραγόμενης υπεραξίας σε σχέση με το συνολικό συσσωρευμένο κεφάλαιο. Είδαμε παραπάνω την αδυναμία αυτής της θεωρίας, όμως υπάρχει και μια ιδιαίτερη δημογραφική εκδοχή αυτής της θεωρίας που υπογραμμίζει ότι σε μακρές περιόδους καπιταλιστικής ευημερίας ο εφεδρικός στρατός εργασίας τείνει να εξαφανιστεί και ότι οι πραγματικοί μισθοί τείνουν να αυξηθούν μειώνοντας έτσι το ποσοστό υπεραξίας και κέρδους. Το να εξαφανιστεί όμως ο εφεδρικός στρατός εργασίας είναι αδύνατον σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία όπου γίνεται η ελεύθερη κυκλοφορία του εργατικού δυναμικού και επίσης από την στιγμή που ο καπιταλισμός μπορεί να ξανακατασκευάσει τον εφεδρικό στρατό εργασίας με μέτρα, που οδηγούν σε μαζικές απολύσεις και μακροοικονομικά μειώνουν την απασχόληση. Εμπειρικό παράδειγμα αυτού την δεκαετία του 1970 όταν η συνολική μάζα των ανέργων στις ιμπεριαλιστικές χώρες (Ο.Ο.Σ.Α.)- σε αντίθεση με τις συνθήκες πλήρους απασχόλησης την δεκαετία του 60- διπλασιάστηκε από 10.000.000 το 1970 σε 20.000.000 το 1980 (Μαντέλ, 2007).


Στοιχεία μιας ορθής θεωρίας των κρίσεων υπάρχουν και στις τρεις αυτές ερμηνείες. Θα πρέπει όμως να συγχωνευθούν μεταξύ τους για να δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη θεωρία, δίνοντας έμφαση στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και εξετάζοντας την διαφοροποίηση του πλήθους των διαδοχικών μορφών που παίρνει η συσσώρευση του κεφαλαίου στην διάρκεια του χρόνου (Μαντέλ, 2007). Στο γενικό πλαίσιο οι κρίσεις εμφανίζονται όταν κωλύεται το πρότσες της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή δεν υπάρχει ομαλή πορεία στην διαδικασία της αναπαραγωγής του και η μια φάση του μπορεί να ανεξαρτητοποιηθεί από την άλλη.

Ούτως η άλλως η κρίση δεν θα μπορούσε να εμφανίζεται μονοαιτιακά και σύμφωνα με τις αναφορές που κάνει ο ίδιος ο Μαρξ στο Θεωρίες για την Υπεραξία όπου αναλύει τις δυνατότητες από τις οποίες μπορούν να προκύψουν οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης (Μαρξ, 1982). Έμφαση δίνει σε άλλους παράγοντες της οικονομίας όπως το εμπόριο και την σχέση εμπορεύματος-χρήματος, παράγοντες που οι κλασικοί οικονομολόγοι παρέλειπαν σκοπίμως αγνοώντας ακόμη και τους ίδιους τους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής (Μαρξ, 1982). Παρόλα αυτά ο Μαρξ επισημαίνει πως αναφέρει δυνατότητες της κρίσης και πως μερικές από τις αντιφάσεις που προκύπτουν μπορεί να επιλυθούν προσωρινά με κάποιους τρόπους. Οι λύσεις στις κρίσεις όμως είναι προσωρινές γιατί εκτός του ότι ο βιομηχανικός κύκλος θα οδηγηθεί μετά την φάση της ανάπτυξης στην φάση της ύφεσης, ειδικά στις πιο πρόσφατες κρίσεις, όπως θα δούμε και στην συνέχεια, οι προσωρινές λύσεις που εφαρμόστηκαν για να τις λύσουν συνέδραμαν στο να είναι οι κρίσεις πιο βαθιές και μεγαλύτερης διάρκειας.

Τελικά, η αντίφαση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στην πιο απλή της μορφή είναι η τάση της απόλυτης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (ανεξάρτητα από την αξία, την υπεραξία και ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις), ενώ έχει για σκοπό τη διατήρηση της υπάρχουσας κεφαλαιακής αξίας και την συνεχή αύξησή της (τόμος 3 σελ.315). Όπως το διατυπώνει και ο Μαρξ «το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο» (Το Κεφάλαιο, Τόμος 3ος σελ.316.), το κεφάλαιο είναι το κίνητρο και ο σκοπός της αναπαραγωγής.


 4. Οι καπιταλιστικές κρίσεις πρώτου τύπου σύμφωνα με τον Isaac Joshua


 Ο Isaak Joshua διαχωρίζει τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού σε τρεις τύπους ανάλογα με το σε ποια χρονική στιγμή της ιστορίας του καπιταλισμού κάνουν την εμφάνισή τους, την περιοδικότητά τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Τις κρίσεις πρώτου τύπου τις χαρακτηρίζει η ανταγωνιστική ρύθμιση. Χρονικά σύμφωνα και με τον Jean Lescure, το 1925 παρατηρείται η πρώτη μεγάλη γενικευμένη κρίση υπερπαραγωγής. Από το 1825 έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έχει υπολογίσει 11 κρίσεις αυτού του τύπου: (1825, 1836-39, 1847, 1857, 1866, 1873, 1882-84. 1890-93, 1900, 1907, 1913-14), με μια περιοδικότητα που κυμαινόταν από επτά έως δέκα χρόνια (Joshua, 2014). Στις κρίσεις αυτού του τύπου στην καθοδική τους φάση υπάρχει η συστηματική καταστροφή του κεφαλαίου και των μέσων παραγωγής με την εκποίηση εταιρειών, το κλείσιμο εργοστασίων, το ξεπούλημα των μηχανημάτων και του εξοπλισμού τους, κλπ. Οι χρεωκοπίες εμφανίζονται η μία μετά την άλλη στις τράπεζες στο εμπόριο και στην βιομηχανία. Μετά αυτή την ολοκληρωτική καταστροφή τα κέρδη αποκαθίστανται σταδιακά με την μείωση των συντελεστών παραγωγής που προκύπτει από την κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας (χαμήλωμα επιτοκίων, μισθών, πρώτων υλών) και με την βελτίωση της παραγωγικότητας: η εργασία εντατικοποιείται, εισάγονται νέοι μέθοδοι παραγωγής και νέος μηχανολογικός εξοπλισμός. Αυτή η πτώση του κόστους των συντελεστών παραγωγής ενθαρρύνει προσωρινά τις επενδύσεις και αρχίζει η ανάκαμψη. Γεγονός ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο και συστημικά παρόν σε αυτό του τύπου των κρίσεων είναι πως ένας κλάδος, μια κινητήρια δύναμη, που προκύπτει από μια νέα καινοτομία, δημιουργεί την ανάκαμψη της οικονομίας. Συνήθως αυτός ο κλάδος ανήκει στον πρωτογενή τομέα, αυτόν που παράγει τα μέσα παραγωγής βλέπε, σιδηρόδρομος, βιομηχανίες ηλεκτρισμού ή αυτές των τροχιοδρόμων. Ο πρωτογενής τομέας αναπτύσσεται γρήγορα γιατί περιέχει όλα τα υλικά που απορροφά ο κλάδος (χυτοσίδηρος, σίδηρος, ατσάλι, κάρβουνο, κλπ.) και τα μέσα μεταφοράς (ναυπηγεία). Ο δευτερογενής τομέας, της κατανάλωσης ενεργοποιείται, όπως άνοδο γνωρίζουν η οικοδομή και οι τράπεζες. Όμως παρά τις νέες επενδύσεις που ξεκίνησαν να εμφανίζονται δειλά παρατηρείται πτώση στην απόδοσή τους. Αυτό παρατηρείται στους τομείς καινοτομίας που βοήθησαν αρχικά να ξεπεραστεί η κρίση. Οι ίδιοι τομείς που οδήγησαν στην συσσώρευση τώρα οδηγούν στην πτώση. Πρώτα πλήττεται ο πρωτογενής τομέας (σίδηρος, χυτοσίδηρος, ατσάλι, άνθρακας) όπου η περιστολή δαπανών επηρεάζει τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του τομέα. Ακολουθούν ο δευτερογενής τομέας της κατανάλωσης, ο τομέας των μεταφορών (ναυπηγεία) και η οικοδομή. Παραδείγματα τέτοιων κρίσεων είναι η κρίση του 1847 στην Αγγλία, όπου η πτώση στις κατασκευές των σιδηροδρομικών γραμμών είχες βίαιες επιπτώσεις στις μεταλλευτικές και μεταλλουργικές βιομηχανίες. Επίσης, η κρίση του 1857 όπου η διακοπή της κατασκευής σιδηροδρομικών δικτύων επηρέασε άμεσα την σιδηρουργία τα βιομηχανικά έλαια και στην συνέχεια την κλωστοϋφαντουργία. Η κρίση του 1893 στις ΗΠΑ εγκαινιάζεται από τον σιδηρόδρομο. Μόλις γίνει αισθητή ή παγιωθεί η ύφεση, οι φούσκες στο χρηματιστήριο ή στην αγορά ακινήτων σκάνε, μια μόνο όψη της γενικής κατάρρευσης. Οι τράπεζες δέχονται πλήγμα από την συνεργασία τους με επισφαλείς πελάτες, από την μείωση της αξίας των τίτλων τους ή από την εμπλοκή τους στην κερδοσκοπία. Τί καταλαβαίνουμε από τις κρίσεις αυτού του είδους; Οι κρίσεις ανταγωνιστικής ρύθμισης είναι ιδιαίτερα βίαιες. Οι επιχειρήσεις και οι τομείς της οικονομίας που πλήττονται καταστρέφονται ολοσχερώς. Η σφοδρότητα, όμως αυτών των κρίσεων προσφέρει και τα υλικά της ανάκαμψης: η γρήγορη πτώση του κόστους των συντελεστών -επιτόκια, τιμές, πρώτες ύλες, μισθοί- επιτρέπει την ανόρθωση του κέρδους. Αυτές οι κρίσεις δεν παρουσιάστηκαν ιστορικά σε ένα περιβάλλον όπου όλος ο πλανήτης διέπονταν από το ίδιο οικονομικό σύστημα, με άλλα λόγια ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν ήταν παγκοσμιοποιημένος, όπως και η μισθωτή εργασία δεν ήταν ακόμη εδραιωμένη στο σύνολο του πληθυσμού και η παρουσία της αγροτικής παραγωγής ήταν ακόμη έντονη.


 5. Κρίση δεύτερου τύπου: οικονομική κρίση 1929


Κρίση δεύτερου τύπου είναι η κρίση του 1929 που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ. Αυτή η κρίση ήταν πιο έντονη και μεγαλύτερης διάρκειας από τις προγενέστερες της. Που οφείλεται όμως αυτό; Όσο ο καπιταλισμός κινούνταν σε ένα περιβάλλον της μικρής παραγωγής (αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή), υπήρχε μια ετερογένεια στο οικονομικό περιβάλλον που βοηθούσε στον περιορισμό των οικονομικών κρίσεων. Η κρίση του 1929 γίνεται σε ένα περιβάλλον όπου η επικράτηση της μισθωτής εργασίας και των εταιρειών μετοχικού κεφαλαίου επιβαρύνουν την διεύρυνση και την διάρκεια της κρίσης. Έτσι η μεγάλη αμερικανική κρίση του 1929 μπορεί να ερμηνευτεί, ως κρίση που προκλήθηκε από την ταχεία μετάβαση από τον κόσμο των μικρών παραγωγών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας.

   Γιατί οι κρίσεις αποσβένονταν με μεγαλύτερη «ευκολία» τα τέλη του 19ου αιώνα;

Παρόλο που πολλές κρίσεις εμφανίζονταν στο ανατολικό τμήμα των ΗΠΑ τον 19ο αιώνα, η οικονομική ετερογένεια του περιβάλλοντος όπου ξεσπούσαν, συνέβαλε στην απόσβεσή τους, αφού συνδύαζε μικρή και μεγάλη παραγωγή, εταιρείες και ιδιώτες επιχειρηματίες, μισθωτούς και αγρότες. Στα 1880 το 51,3% του πληθυσμού εργαζόταν στην γεωργία, ενώ το 1930 μόλις το 21,6% (Stanley Lebergott). Το μέρος των μισθωτών από το σύνολο των απασχολούμενων με εξαίρεση το υπηρετικό προσωπικό πέρασε από το 49,5% στα 1900 στο 70% στα 1929. Επομένως, η αμερικανική κρίση συνδύασε ένταση και διάρκεια επειδή διατηρήθηκε η ελαστικοποίηση των μισθών σε ένα πλαίσιο όπου είχε γενικευθεί η μισθωτή εργασία (Joshua, 2014).

   Ποια ήταν η λύση που δόθηκε σε αυτήν την κρίση;

Η απάντηση που δόθηκε στην παγκοσμιοποίηση της μισθωτής εργασίας ήταν η διεύρυνση του ρόλου του κράτους στην οικονομία. Για να αποφευχθούν οι οικονομικές και οι πολιτικές συνέπειες της κρίσης, η ζήτηση στηρίζεται σφαιρικά από το κράτος μέχρι να ξαναρχίσει η οικονομική δραστηριότητα. Σκοπός αυτού του μηχανισμού ήταν να βοηθήσει το κράτος να επιβραδυνθεί η πτώση των συντελεστών στην πραγματική οικονομία, επενεργώντας στη διαμόρφωση της ζήτησης που προέρχεται από την μισθωτή εργασία: εργασία, μισθός, διαθέσιμο εισόδημα κ.λπ.


 6. Η εμφάνιση του πληθωρισμού ως συνέπεια της μεταπολεμικής ανάπτυξης


Η πολιτική επιλογή της παρέμβασης του κράτους για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης του 1929, είχε ως συνέπεια τον πληθωρισμό. Σύμφωνα με τον Ερνέστ Μαντέλ υπάρχει άμεσος συσχετισμός πληθωρισμού με το μακρύ κύμα ανάπτυξης μεταπολεμικά. Πιο συγκεκριμένα, η πληθωριστική δημιουργία χρήματος μπορεί να τονώσει σε ορισμένες περιπτώσεις τη συσσώρευση κεφαλαίου, οπότε οδηγεί σε αύξηση στην παραγωγή, δηλαδή στην παραγωγή υπεραξίας (Μαντέλ, 1975). Μια από τις κύριες λειτουργίες του μόνιμου πληθωρισμού είναι η δυνατότητα που έχει να δώσει στις επιχειρήσεις τα απαραίτητα μέσα για την επιταχυμένη συσσώρευση του κεφαλαίου τους. Αναξιοποίητο κεφάλαιο μετατρέπεται σε παραγωγικό, δηλαδή το χρηματικό κεφάλαιο που υπάρχει στις τράπεζες από τις πραγματικές καταθέσεις διατίθεται για τις ανάγκες της παραγωγής. Το πιστωτικό σύστημα, επομένως επιταχύνει την υλική ανάπτυξη της παραγωγής και τη διαμόρφωση της διεθνής αγοράς. Ταυτόχρονα το πιστωτικό σύστημα επισπεύδει τα βίαια ξεσπάσματα αυτής της αντινομίας, τις κρίσεις.

 

Μπορεί ο πληθωρισμός να απαλύνει τις συνέπειες της κρίσεις;

Με την διεύρυνση της καταναλωτικής πίστης, η ανταλλαγή καταναλωτικών αγαθών δεν γίνεται πλέον έναντι των πραγματικών εισοδημάτων, δημιουργημένων από την παραγωγική διαδικασία, αλλά έναντι πιστωτικού χρήματος. Αυτό δεν συνέβαινε την εποχή του ελεύθερου συναγωνισμού, αλλά εφαρμόστηκε από τα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου συχνά στις ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες- όπως βγαίνει από τα παρακάτω στοιχεία για την αύξηση του καταναλωτικού χρέους των ΗΠΑ: (Μαντέλ, 1975)

   Τα βασικά δεδομένα σε δισεκατομμύρια δολάρια:

 

 

1946

1955

1969

1)      Διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών

160,0

275,3

629,6

2)      Υποθήκες στέγασης πάνω σε κατοικίες

23,0

88,2

266,8

3)      Χρέωση καταναλωτών

8,4

38,8

122,5

4)      Συνολικό ιδιωτικό χρέος νοικοκυριών

31,4

127,0

389,3

5)      Συνολικό ιδιωτικό χρέος νοικοκυριών ως ποσοστό του 1

19,6%

46,1%

61,8%

 

Η γρήγορη μεταπολεμική ανάπτυξη στο παγκόσμιο εμπόριο, πραγματοποιήθηκε επειδή το παγκόσμιο χρηματικό σύνολο αυξήθηκε περισσότερο από την αυξανόμενη παραγωγή χρυσού. Ο κανόνας χρυσού και συναλλάγματος δημιούργησε ένα σύστημα διεθνούς πιστωτικού πληθωρισμού που ταυτόχρονα ξεσκέπαζε και διεύρυνε το σύστημα «εθνικών» πιστωτικών πληθωρισμών. (Μαντέλ, 1975)

Μια συνέπεια του πληθωρισμού είναι ότι ενισχύει την ζήτηση για χρηματικό κεφάλαιο, οπότε γίνεται επικίνδυνο για την οικονομία να σταματηθή η διεύρυνση σε πίστη και σε χρήμα, γιατί διαφορετικά θα υπάρξει μια απότομη στροφή στην ύφεση και θα αναχαιτιστούν οι προσπάθειες για ισορροπία. Όλο το μεταπολεμικό «κύμα της ανάπτυξης» βασίστηκε στον συνδυασμό της πληθωριστικής δημιουργίας χρήματος, που ως σκοπό είχε να απαλύνει την κρίση, και στον αυξανόμενο συναγωνισμό στην παγκόσμια αγορά. Η βασική όμως, προβληματική των νόμων κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας εξακολούθησε να λειτουργεί υπογείως. Παρότι εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαινόταν ότι ο κίνδυνος της κρίσης είχε αποφευχθεί όπως είδαμε και παραπάνω, όταν εξετάζαμε και κάποιους τρόπος αντιμετώπισης των κρίσεων, το μόνο που επιτεύχθηκε είναι να παραταθεί η έκρηξή της. Η τονωτική επίδραση του πιστωτικού πληθωρισμού αρχίζει να χάνει την αποτελεσματικότητα της, όταν παρά την αύξηση του χρέους αρχίζει και λιγοστεύει η τρέχουσα αγοραστική δύναμη, όπως συνέβη στις ΗΠΑ. Το βάρος των χρεών στις ΗΠΑ είχε ήδη αρχίσει να απειλεί το βάρος του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, δηλαδή την διαθέσιμη αγοραστική δύναμη στα καταναλωτικά αγαθά, όσο και την ρευστότητα των μεγάλων επιχειρήσεων. Ενδεικτικά, οι ετήσιες πληρωμές για τοκοχρεωλύσια ενυπόθηκων οφειλών και για εξόφληση καταναλωτικών πιστώσεων αντιπροσώπευαν το 1946 το 5,9% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, 11,8% του ίδιου εισοδήματος το 1950, 15,9% το 1955, 18,1% το 1960, 18.6% το 1965 και 22,8% το 1969. Ο πιστωτικός πληθωρισμός φτάνει στα όρια του. Το σύνολο των νέων πιστώσεων μόλις που φτάνει να καλύψει το βάρος των ετήσιων χρεών, δηλαδή το διαθέσιμο για την τρέχουσα αγορά εμπορευμάτων και υπηρεσιών εισόδημα μόλις και ξεπερνά εκείνο που θα ήταν δίχως την διεύρυνση της πιστοδότησης.  Στο 1965-1969 το χρέος από ενυπόθηκα δάνεια και καταναλωτικές πιστώσεις αυξήθηκε κατά 88 δις δολάρια, ενώ η τοκοχρεωλυτική επιβάρυνση για την εξόφληση μεγάλωσε κατά 55 δις δολάρια (Μαντέλ, 1975).  Και παρόλο που αυτοί οι αριθμοί δείχνουν την τεράστια αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών στις ΗΠΑ, δεν συγκρίνονται με τα ίδια στοιχεία από το 1980 μέχρι την οικονομική κρίση του 2008, δείχνουν όμως την τάση της αμερικανικής οικονομίας να στηρίζει την καταναλωτική της ζήτηση με την βοήθεια του πιστωτικού συστήματος.


 7. Ποιες οι συνέπειες της εξασθένισης της πολιτικής της κρατικής παρέμβασης;


Έτσι όπως είδαμε και παραπάνω όταν εξετάζαμε γιατί δεν είναι ορθή η καθαρή θεωρία της υποκατανάλωσης των μαζών -η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν συνεπάγεται αυτομάτως της αύξησης του μέσου ποσοστού κέρδους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα ανοδικά ποσοστά κέρδους εμφανίζουν κάμψη. Η κρατική παρέμβαση που είχε ως στόχο την μείωση της πτωτικής ελαστικοποίησης δεν κατάφερε να διατηρήσει τα ποσοστά κέρδους σε ικανοποιητικό επίπεδο και η θέση του κράτους αναγκάστηκε να υποχωρήσει, ο ρόλος της αγοράς διευρύνεται, το κοινωνικό κράτος διαλύεται σταδιακά. Μια άλλη συνέπεια είναι ότι η χρηματιστική διαχείριση παραμερίζεται. Οι νικητές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου επεξεργάστηκαν στο Μπρέτον Γουντς το 1944 ένα διεθνές νομισματικό σύστημα που θα βοηθούσε στο επεκταθεί σε διεθνή κλίμακα η εφαρμοζόμενη κιόλας στο εθνικό πλαίσιο πολιτική του πιστωτικού πληθωρισμού. Για να λυθεί το πρόβλημα της διεθνούς ρευστότητας, φτιάχτηκε ένα σύστημα που ανακήρυξε δίπλα στο χρυσό το δολάριο ως παγκόσμιο χρήμα (Μαντέλ, 1975). Το 1973 έχουμε την μετάβαση σε ένα σύστημα διακυμαινόμενων διεθνών συναλλαγών. Στις διεθνείς αγορές που συνδέονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, οι διεθνείς ισοτιμίες γίνονται αντικείμενο έντονων κερδοσκοπικών κινήσεων. Υπάρχουν όμως ακόμη ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες όπως η κρατική παρέμβαση στις κινήσεις κεφαλαίων, ο έλεγχος της τραπεζικής διαμεσολάβησης σε βάρος της άμεσης χρηματοδότησης και του χρηματιστηρίου, ο σχολαστικός έλεγχος των τραπεζών, ο αυστηρός διαχωρισμός εμπορικών και επιχειρηματικών τραπεζικών ιδρυμάτων κ.λπ. (Joshua, 2014). Από τα μέσα της δεκαετίας του 80 και μετά έχουμε την απορρύθμιση, τον αποδιαχωρισμό και την αποδιαμεσολάβηση των αγορών. Παρά την ονομασία του «νεοφιλελευθερισμός» που υπονοεί την επιστροφή στο μοντέλο του παλιού τύπου φιλελευθερισμού, ο νεοφιλελευθερισμός που εμφανίζεται την δεκαετία του 80 δεν έχει σχέση με τον φιλελευθερισμό που επικρατούσε πριν τη 1914 εποχή. Ενώ υποτίθεται ότι επιστρέφουμε στην εποχή της ανταγωνιστικής ρύθμισης η περίοδος πριν το 1914 χαρακτηρίζεται από προστατευτισμό, όπως βλέπουμε και με τις νομοθεσίες που εγκαινιάζονται το 1888 στις ΗΠΑ, στην Γερμανία τα έτη 1886-1890 κλ.π. Ο νεοφιλελευθερισμός επομένως δημιουργεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η αυξανόμενη σημασία του χρηματιστηρίου και των φαινομένων κερδοσκοπίας.  Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που οδήγησαν στο να εφαρμοστούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, όπως η σταδιακή παρακμή και τελικά η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Ένας άλλος παράγοντας είναι και το ότι παρόλο την διόγκωση του πιστωτικού συστήματος η ατομική κατανάλωση δεν ήταν σε ικανοποιητικά επίπεδα ώστε να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κέρδη για τις επιχειρήσεις, δηλαδή η ανάπτυξη αναπτύσσονταν σε αργούς ρυθμούς σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής οικονομικής ευημερίας και το μέσο ποσοστό κέρδους δεν ήταν ικανοποιητικό για τις επιχειρήσεις. Η σημαντική μεταπολεμική ανάπτυξη δεν έλυσε καμία από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που ευθύνονται για τις οικονομικές κρίσεις. Κανόνας παραμένουν οι περιοδικές διακυμάνσεις των επενδύσεων που τις επιβάλλουν οι περιοδικές διακυμάνσεις στο ποσοστό του κέρδους. Η απάλυνση του βιομηχανικού κύκλου διαμέσου της σύνδεσής του με το πιστωτικό κύκλο μπορούσε να πετύχει μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα και με αποτέλεσμα την μόνιμη υποτίμηση του νομίσματος και την προοδευτική αποσύνθεση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος (Μαντέλ, 1975).

Περιορίζεται όμως ο ρόλος του κράτους στον νεοφιλελευθερισμό;

Παρά το γεγονός του ότι οι πολιτικοί υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού επιχειρηματολογούσαν υπέρ του περιορισμού του κράτους ο ρόλο του κράτους δεν περιορίζεται μόνο στον ρόλο του ρυθμιστή όπως φαίνεται από τη βαρύτητα στις δαπάνες που κάνει στο ΑΕΠ -8% το 1913 αλλά 31,1% το 1999 στις ΗΠΑ, 8,9% το 1913 αλλά 52,4% το 1999 στη Γαλλία (Joshua, 2014), αλλά το κράτος παρεμβαίνει και για να αντιμετωπίσει άμεσα την πτώση στην οικονομική δραστηριότητα. Η «μεγάλη αμερικανική ύφεση» αντιμετωπίστηκε με την παρέμβαση του δημοσίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Bureau of Economic Analysis το 2000 το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ήταν το 55% του ΑΕΠ, το 2009 το 82% του ΑΕΠ και το 2012 το 99% του ΑΕΠ (με μια καθαρά ανοδική τάση που φτάνει μέχρι και στο σήμερα το 2020 το χρέος έχει φτάσει 136% του ΑΕΠ).          


 8. Κρίση 2008, κρίση τρίτου τύπου


Κρατική παρέμβαση από την μια, και την πτωτική ελαστικοποίηση των μισθών από την άλλη, περιορίζουν ταυτόχρονα την επέκταση των σύγχρονων κρίσεων συγκριτικά με την ένταση και την διάρκεια των κρίσεων ανταγωνιστικής ρύθμισης. Το μοντέλο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι κρίσεις τρίτου τύπου δημιουργεί μεγάλη αστάθεια, γιατί ελίσσεται ανάμεσα σε δύο ακραία όρια, γεγονός που καθορίζει και το περιεχόμενο του. Από την μια προσπαθεί να αποφύγει της καταστροφικές συνέπειες της κρίσης του 1929, με την κρατική παρέμβαση, η οποία έχει ως σκοπό την σταθερότητα και επωμίζεται κυρίως το δημοσιονομικό χρέος, και από την άλλη η πλήρης χρηματιστικοποίηση της πραγματικής οικονομίας που δεν αφήνει πολλά περιθώρια σταθερότητας. Για το λόγο η οικονομική κρίση του 2008, ήταν σοβαρή και μεγάλη σε διάρκεια. Δεν δίνεται η δυνατότητα της κάθαρσης που δινόταν στις κρίσης ανταγωνιστικής ρύθμισης, όπου πχ οι νοσηρές επιχειρήσεις καταστρέφονταν ολοσχερώς στο κραχ και ο βιομηχανικός κύκλος μπορούσε να ξεκινήσει από την αρχή έχοντας μεγαλύτερη δυναμική. Πλέον το κέρδος δεν μπορεί να προκύψει από την μείωση των μισθών ακόμη και σε μικρότερα ποσοστά. Η εντατικοποίηση της εργασίας και οι νέες τεχνολογίες δεν προσφέρουν πλέον τα κέρδη της παραγωγικότητας -που έπρεπε να προκύψουν και να ωθήσουν ανοδικά το κέρδος- μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα είναι όλο και πιο αδύναμα (Joshua, 2014). Το κράτος προστατεύει τις τράπεζες από την κατάρρευση, περιορίζοντας έτσι την καταστροφή του κεφαλαίου. Έτσι η ανάκαμψη του ποσοστού κέρδους επέρχεται, με την αύξηση του κέρδους και την μείωση του λειτουργικού κεφαλαίου αλλά σε πολύ μικρότερα ποσοστά, η πρόσκληση για επενδύσεις είναι αδύναμη, γιατί έχει καταστραφεί αναλογικά μικρότερο κεφάλαιο και ενώ υπάρχουν ευκαιρίες για αποδοτικές επενδύσεις δεν είναι τόσο πολλές. Μια άλλη κρίσιμη διαφορά αυτών των κρίσεων σε σχέση με τις κρίσεις ανταγωνιστικής ρύθμισης είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον καινοτομίες, όπως ο σιδηρόδρομος, ο ηλεκτρισμός ή η ανακάλυψη του αυτοκινήτου, γύρω από τις οποίες θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια νέα ανάπτυξη.

Έτσι μακροχρόνια υπάρχει μια επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αναπτυγμένες χώρες: στις ΗΠΑ το ποσοστό μέσης ετήσιας ανάπτυξης του ΑΕΠ σε μέγεθος είναι: 3,17% την περίοδο 1970-1980, 3,33% την περίοδο 1980-1990, 3,46% την περίοδο 1990-2000, 1,64% την περίοδο 2000-2010 (Joshua, 2014). Η μακροχρόνια ανάπτυξη κατέστη τόσο αργή, που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εντοπιστεί κατά την διάρκεια μιας μακροχρόνιας κρίσης.

Τα νέα οικονομικά χαρακτηριστικά της εποχής τους νεοφιλελευθερισμού που δεν επιτρέπουν πλέον την σταθεροποίηση του συστήματος όπως συνέβη στο «μακροχρόνιο κύμα της ανάπτυξης μεταπολεμικά» περιλαμβάνουν: την παγκοσμιοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας με την εγκατάσταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε όλον τον κόσμο και την χρηματιστικοποίηση μια διαδικασία που περιλαμβάνει τρία κύρια χαρακτηριστικά: την όλο και μεγαλύτερη άμεση χρηματοδότηση σε βάρος της τραπεζικής διαμεσολάβησης, την εξουσία των μετοχών, την κολεκτιβοποίηση της αποταμίευσης. Η χρηματιστικοποίηση δημιουργεί να διάρθρωση νέου τύπου ανάμεσα στην χρηματική αγορά και την πραγματική οικονομία. Αυτά τα οικονομικά χαρακτηριστικά εκρηκτικού χαρακτήρα, που οδήγησαν στο ξέσπασμα της φούσκας των ακινήτων το 2008, έχουν τις ρίζες τους από το 1980 και είναι το αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολουθήθηκαν. Πιο συγκεκριμένα, η γενική ζήτηση έπρεπε να στηριχτεί τις στιγμές που θα ξεσπούσε η ύφεση, πριν προλάβει αυτή να επεκταθεί και απειληθεί η οικονομία με κραχ. Η ανάπτυξη βασίστηκε στην γενική ζήτηση της αγοράς, που στηριζόταν από τον δανεισμό των νοικοκυριών και των καταναλωτών, ο οποίος σπρώχτηκε στα άκρα και την μείωση της αποταμίευσης. Δηλαδή αυξάνονταν η κατανάλωση χωρίς να χρειαστεί να αυξηθούν τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μέσο ποσοστό αποταμίευσης οδηγήθηκε από το 10% το 1980 στο 0% το 2008 (Joshua, 2014).  Επομένως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αμερικανικής οικονομίας όπως η μείωση της φορολογίας για τις μεγάλες επιχειρήσεις, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η ενίσχυση του ρόλου των τραπεζών και του χρηματιστηρίου, οδήγησαν στην κρίση του 2008, η οποία παγκοσμιοποιήθηκε πολύ εύκολα λόγω των χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής παραγωγής σε διεθνές επίπεδο.


 Συμπεράσματα:


Η ιδιαίτερη σημασία που έδωσε η μαρξιστική πολιτική οικονομία, σε σχέση με άλλες σχολές οικονομικής σκέψης, στο να καταλάβει τους τρόπους λειτουργίας της καπιταλιστικής παραγωγής μας βοηθάει και στο να κατανοήσουμε την εμφάνιση των κρίσεων. Παρόλο που ο Μαρξ δεν ανέπτυξε μια συστημική θεωρία των κρίσεων, η ανάλυση του «νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» είναι σημαντικό να μελετηθεί προκειμένου να δοθεί ένα εργαλείο ερμηνείας των σύγχρονων οικονομικών κρίσεων. Σημαντικό είναι επίσης το να γίνει αντιληπτό πως οι κρίσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν μονοαιτιακά και πως οι λύσεις που προτείνονται για την επίλυση των κρίσεων δεν μπορούν να λύσουν της στοιχειώδεις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Για την κατανόηση της κρίσης του 2008 πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν και να τη συγκρίνουμε με τις καπιταλιστικές κρίσεις του παρελθόντος όπως και να μελετήσουμε την πορεία του καπιταλισμού από το κραχ του 1929 μέχρι την κρίση του 2008.  Η μαρξιστική πολιτική οικονομία μπορεί να μας βοηθήσει στο να καταλάβουμε γιατί σχεδόν για δύο εκατονταετίες ο καπιταλισμός δημιουργεί οικονομικές κρίσεις και στο γιατί στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι λύσεις μόνο προσωρινές μπορεί να είναι. 




Βιβλιογραφικές αναφορές:

Joshua, I. (2008). Καπιταλισμός και Κρίσεις. Ένεκεν Επιθεώρηση Πολιτισμού (Τεύχος 12ο, 2008), 8-12

Joshua, I. (2014). Μια Νέα Κρίση του Καπιταλισμού. Ένεκεν Επιθεώρηση Πολιτισμού (Τεύχος 31ο, 2014), 54-73

Μαντέλ, Ε. (1975). Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg

Μαντέλ, Ε. (2007). Εισαγωγή στο Κεφάλαιο του Κ. Μαρξ. Αθήνα: Εκδόσεις Εργατική Πάλη

Μαρξ, Κ. (…). Το Κεφάλαιο Τόμος Τρίτος. Δρέσδη: Εκδόσεις Νέα Βιβλία

Μαρξ, Κ. (1982). Θεωρίες για την Υπεραξία (Τέταρτος Τόμος του «Κεφαλαίου») Μέρος Δεύτερο.  Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή


(*) Η Μαρία Γ. Γιαννοπούλου είναι τελειόφοιτη του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 54, σελ. 88 - 106

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Βιβλιοπαρουσίαση: Δ. Λιβιεράτος, Οι γραμματείς του ΣΕΚΕ και του ΚΚΕ (1918 - 1991)



του Χάρη Κωστούλα


Η περίοδος της καραντίνας μας αποστέρησε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε με ένα συστηματικό τρόπο την εκδοτική δραστηριότητα της περιόδου του covid. Έτσι πολλά βιβλία δεν πήραν την προσοχή που τους άρμοζε. Ένα από αυτά τα βιβλία είναι και το βιβλίο του Δημήτρη Λιβιεράτου "Οι γραμματείς του ΣΕΚΕ και του ΚΚΕ (1918 – 1991)" που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2021 από τις εκδόσεις Κουκκίδα.

Οι εκδόσεις Κουκκίδα, με την ευρείας θεματικής εκδοτική δραστηριότητα τους, διακρίνονται και για το εκδοτικό τους ενδιαφέρον πάνω σε ζητήματα που αφορούν την ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. Έχουν συμβάλει παράλληλα και στην επανέκδοση σχεδόν του συνόλου των βιβλίων του Μίμη Λιβιεράτου.

Το εντυπωσιακό με την έκδοση αυτού του βιβλίου, είναι ότι πραγματοποιήθηκε όταν ο συγγραφέας ήταν 94 χρονών! Να σημειώσουμε ότι έχει βγάλει στα 92 του ένα ακόμα σημαντικό βιβλίο από τις ίδιες εκδόσεις με τον τίτλο «Περιδιάβαση στην ελληνική ιστορία και οικονομία», προϊόν εντατικής μελέτης του συγγραφέα με την ιστορία του ελληνικού καπιταλισμού. Ένα βιβλίο που δεσμευόμαστε να αποτελέσει αντικείμενο μιας ξεχωριστής παρουσίασης. Αυτό που μας εντυπωσιάζει πάντως είναι η διάθεση για συγγραφή και εκδοτική δραστηριότητα από έναν μαχόμενο ιδεολόγο αγωνιστή και συγγραφέα που έχει ξεπεράσει τα 90 χρόνια ζωής…

Το βιβλίο του Δ. Λιβιεράτου καλύπτει μία θεματική με την οποία δεν έχει καταπιαστεί μέχρι τώρα κάποιος ερευνητής. Ασχολείται με τους γραμματείς του ΣΕΚΕ και του ΚΚΕ, από το 1918 μέχρι το 1991. Πρόκειται για μία εύχρηστη συνοπτική μελέτη, που μέσα σε περίπου 130 σελίδες παρουσιάζεται η διαδοχή στις ηγετικές θέσεις παράλληλα και το στίγμα του κάθε γραμματέα καθώς και η μετέπειτα διαδρομή του.

Είναι μια αξιόλογη μελέτη αρκετά καλά τεκμηριωμένη. Πρόκειται να βοηθήσει ένα νέο αγωνιστή να κατανοήσει την ιστορική διαδρομή του ΚΚΕ. Τις αντιπαραθέσεις που γινόταν στα ανώτερα κλιμάκια, καθώς και τις πολιτικές αντιλήψεις που πρέσβευε καθένας από αυτούς τους γραμματείς. Σίγουρα θα κεντρίσει το ενδιαφέρον μιας νέας γενιάς επαναστατών προλετάριων που διψούν να μάθουν για την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Συνήθως από την επίσημη ιστοριογραφία του ΚΚΕ απουσιάζουν πολλοί από τους γραμματείς της περιόδου του μεσοπολέμου. Σε αυτήν την ντοκουμενταρισμένη μελέτη του Μίμη Λιβιεράτου μπορεί κανείς να μάθει για τον Παντελή Πουλιόπουλο, τον διανοητή με το εντυπωσιακό εύρος γνώσεων, το βάθος μαρξιστικής σκέψης και τον αγωνιστή με το μεγάλο ηθικό ανάστημα. Να μάθει για τον Παστία Γιατσόπουλο, τον Αγχιαλίτη γραμματέα του ΚΚΕ, που έμεινε πιστός στις κομμουνιστικές ιδέες μέχρι το τέλος της ζωής του. Παράλληλα βρίσκουμε εκτενή αναφορά στον Θωμά Αποστολίδη, σε μία αγνοημένη προσωπικότητα του κομμουνιστικού κινήματος με μεγάλη δράση στο μεσοπόλεμο, καθώς και την περίοδο της κατοχής. Σημαντικές οι συμβολές κειμένων του ιστορικού Γαβριήλ Λαμπάτου καθώς και ένα παλαιότερο άρθρο του Κώστα Αναστασιάδη στενού συντρόφου του Θωμά Αποστολίδη, την περίοδο που εκδίδαν την εφημερίδα «Κόκκινη Σημαία» σαν ΕΣΚΚΕ.

Κομβικής σημασίας στην ανάλυση του Δημήτρη Λιβιεράτου είναι και η στρατηγική στροφή που συντελείται με την 6η ολομέλεια του 1934, όπου και αλλάζει ο στρατηγικός προσανατολισμός του ΚΚΕ, με την υποχώρηση των καθηκόντων της σοσιαλιστικής επανάστασης με το κέντρο των καθηκόντων να μετατοπίζεται στην αστικοδημοκρατική φάση της επανάστασης. Μία στρατηγική που αλλάζει την μέχρι τότε πορεία του ΚΚΕ, και η οποία διατρέχει όλη την μετέπειτα ιστορία του ΚΚΕ.

Διαφωτιστική είναι και η αναφορά στην διαδοχή Σιάντου – Ζαχαριάδη καθώς και στην μετέπειτα Ζαχαριάδη – Κολίγιαννη. Επίσης διευκρινίζονται οι ιστορικές ανακρίβειες από την μεριά του περιβάλλοντος Ζαχαριάδη για τον Βασίλη Νεφελούδη. Παρουσιάζεται με συντομία, αλλά με σαφήνεια το ιστορικό και πολιτικό κλίμα που γίνονται οι τριβές και οι διαδοχές ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα. Διαδοχές που δεν είναι ποτέ ασύνδετες με τα γεγονότα των εκάστοτε εξελίξεων στο Κ.Κ.Σ.Ε., και στις εκεί διαμάχες για την κατάκτηση της κομματικής και κρατικής ιεραρχίας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο βιβλίο αυτό εμπεριέχεται και απόσπασμα από το συμπερασματικό κείμενο που συνέταξε στις 17/5/1988 η Επιτροπή Πρωτοβουλίας "για την αποκατάσταση της μνήμης των αγωνιστών της αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εξοντώθηκαν από τμήμα της ηγεσίας της". Τα μέλη της επιτροπής είναι παλαιά στελέχη με κύρος μέσα στο ευρύτερο αριστερό κίνημα και που ανάμεσα τους κάποιοι πέρασαν από ηγετικές θέσεις του ΚΚΕ. Μέλη της επιτροπής ήταν οι: Κ. Αναστασιάδης, Τ. Βουρνάς, Γ. Δαμασκόπουλος, Μ. Δρακόπουλος, Γ. Ζαρόγιαννης, Γ. Λαμπάτος, Β. Νεφελούδης.

Ο Μίμης Λιβιεράτος κλείνει το βιβλίο του αυτό, με τον μεταπολιτευτικό γραμματέα του ΚΚΕ, Χαρίλαο Φλωράκη. Την στρατηγική που βλέπουμε το 1934, την ξαναβρίσκουμε στο ΚΚΕ του 1973 όπου παρουσιάζεται το ενδιάμεσο στάδιο πριν την σοσιαλιστική επανάσταση όπου πλέον ονομάζεται «Νέα Δημοκράτια». Όνομα που δόθηκε σε αυτό το στάδιο πριν την δημιουργία του δεξιού κόμματος της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Όμως η παραμονή σε μία στρατηγική αντίληψη που υπάρχει ήδη από το 1934. Και που με διάφορες θεωρητικές ακροβασίες έφτασε να δικαιολογεί και την συγκυβέρνηση με το αστικό δεξιό κόμμα της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

Το βιβλίο του Μίμη Λιβιεράτου διαβάζεται ευχάριστα. Έχει μία γλώσσα προσιτή, και είναι ένα κείμενο με ροή. Κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που ενδιαφέρεται να μάθει την ιστορική αλήθεια από μία οπτική που δεν θα συναντήσει στα απολογητικά επίσημα κείμενα της κομματικής ιστοριογραφίας του ΚΚΕ.

 

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, "ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ", (ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΥΧΗ)



Δημοσιεύουμε όλη την σειρά του περιοδικού "Για το Σοσιαλισμό". Ήταν το περιοδικό που έβγαζε η ομάδα του Μιχάλη Ράπτη - Πάμπλο, στην Ελλάδα. Καλύπτει μία χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 1975 εώς τον Ιούλιο του 1981. 
Σε κάθε τεύχος υπάρχει πολιτικός σχολιασμός για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, αναλύσεις για το φοιτητικό και εργατικό κίνημα, ανταποκρίσεις για τις διεθνείς εξελίξεις σε Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Αφρική κ Μέση Ανατολή, αναλύσεις για την ΕΣΣΔ, κριτική βιβλιογραφία της τρέχουσας εκδοτικής δραστηριότητας, και θεωρητικά πολιτικά κείμενα του Μ. Ράπτη - Πάμπλο που καλύπτουν ένα εύρος θεμάτων από την Σοσιαλιστική Αυτοδιαχείριση, το Επαναστατικό Κόμμα, την ανάλυση για τα Εργατικά Κράτη, και αναλύσεις για τον Ιμπεριαλισμό και τα κινήματα του Τρίτου Κόσμου.
Θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα ενισχυτικό υλικό για την επαναστατική πρωτοπορία στη χώρα μας, καθώς και πολύτιμο για κάθε ερευνητή του εργατικού κινήματος και της αριστεράς.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε στον σύντροφο Δημήτρη Κατσορίδα που μας εμπιστεύτηκε την προσωπική του συλλογή, οπού περιλάμβανε όλα τα τεύχη του περιοδικού "Για το Σοσιαλισμό" και που μας επιτρέπει την δημόσια χρήση της.


Τεύχος 1
, Γενάρης - Φλεβάρης 1975

Τεύχος 2 Μάρτιος - Απρίλιος 1975

Τεύχος 3, Μάϊος - Ιούνιος 1975

Τεύχος 4, Αύγουστος - Σεπτέμβριος, Οκτώβριος 1975

Τεύχος 5,  Γενάρης 1976

Τεύχος 6, Μάρτης - Απρίλης, Μάης 1976

Τεύχος 7, Οκτώβρης - Νοέμβρης 1976

Τεύχος 8, Γενάρης - Φλεβάρης 1977

Τεύχος 9, Μάρτιος - Απρίλιος - Μάϊος 1977

Τεύχος 10, Οκτώβρης - Νοέμβρης 1977

Τεύχος 11, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 1978

Τεύχος 12, Ιούλιος - Αύγουστος 1978

Τεύχος 13, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1978

Τεύχος 14, Γενάρης, Φλεβάρης, Μάρτης 1979

Τεύχος 15, Απρίλιος - Μάϊος - Ιούνιος 1979

Τεύχος 16, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος 1980

Τεύχος 17, Ιούνιος - Ιούλιος 1981


Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΖΑΝ ΖΩΡΕΣ

 


Στις 17 Ιουλίου 1915, ο Λέον Τρότσκι, με αφορμή του κλεισίματος ενός χρόνου από την δολοφονία του σοσιαλιστή διεθνιστή ηγέτη Ζαν Ζωρες, , δημοσιεύει αυτό το κείμενο στην εφημερίδα "Kievskaya Mysl". Πρόκειται για μια εφημερίδα στην οποία αρθρογραφούσε ο Τρότσκι εκείνη την εποχή. Το κείμενο πρώτη φορά κυκλοφόρησε στα ελληνικά στο βιβλίο που είχαν κυκλοφορήσει οι εκδόσεις Αναγνωστίδη, όπου περιείχε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στον Π, Λαφαργκ και τον Ζαν Ζωρες στο θέμα της φιλοσοφίας και μετά από αυτά τα 2 αντιπαραθετικά κείμενα ακολοθούσε αυτό το κείμενο του Τρότσκι. Σήμερα το δημοσιεύουμε γιατί θεωρούμε ότι πρόκειται για 2 σπουδαίες μορφές του σοσιαλιστικού κινήματος, οι οποίες παρά τις μεταξύ τους ιδεολογικές διαφορές δεν δίστασαν κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου να έρθουν σε ρήξη με την αστική τάξη της χώρας τους, και να αγωνιστούν για τον τερματισμό του πολέμου.(Σημαία του Σοσιαλισμού)


του Λέων Τρότσκι


Ο Ζωρές γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1859, στο Κάστρο της Λαγκεντόκ που έδωσε στη Γαλλία επιφανείς ανθρώπους σαν τον Γκιζώ, τον Αύγουστο Κόντ, τον Λαφαγιέτ, τον Λαπερούζ, τον Ριβαρόλ και τόσους άλλους. Ενα ανακάτεμα φυλών – λέει ένας βιογράφος του Ζωρές, ο Ραπποπόρ – είχε μιαν υπέροχη επίδραση πάνω στην πνευματική ζωή της επαρχίας αυτής, που από τον Μεσαίωνα ακόμη, ήταν η κοιτίδα των αιρέσεων και της ελεύθερης σκέψης.

H oικογένεια του Ζωρές ανήκε στην μέση αστική τάξη κι έπρεπε να αγωνίζεται διαρκώς για την εξασφάλιση της ζωής. Ο ίδιος ο Ζωρές χρειάστηκε την βοήθεια ενός προστάτη για να τελειώσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Στα 1881, τελειώνοντας την Ecole Normale Superieure, διορίστηκε καθηγητής στο γυμνάσιο θηλέων του Αλμπί και στα 1883 τοποθετήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζ, όπου δίδαξε μέχρι το 1885 που εκλέχτηκε βουλευτής. Ηταν μόλις 26 χρονών.

Από τότε αφιερώνεται ολοκληρωτικά στον πολιτικό αγώνα και η ζωή του συνυφαίνεται με τη ζωή της Τρίτης Δημοκρατίας. Ο Ζωρές παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βουλή με τα ζητήματα της δημόσιας εκπαίδευσης. Η Justice, όργανο τότε του ριζοσπάστη Κλεμανσώ, χαρακτήρισε “υπέροχο” τον πρώτο λόγο του Ζωρές κι ευχήθηκε να ακούει συχνά “τόσο εύγλωττους και πλούσιους σε ιδέες λόγους”.

Αργότερα, ο Ζωρές χρησιμοποίησε πολλές φορές την ευγλωτία του αυτή ενάντια στον ίδιο τον Κλεμανσώ. Σ΄ αυτήν την πρώτη περίοδο της ζωής του, ο Ζωρές δεν γνώριζε ακόμη τον σοσιαλισμό παρά μόνο θεωρητικά και όχι τέλεια. Η δραστηριότητά του όμως τον έφερνε όλο και πιο κοντά στο εργατικό κίνημα. Η κούφια ιδεολογία και η εξαχρείωση των αστικών κομμάτων τον απωθούσαν ακατανίκητα. Στα 1893 ο Ζωρές προσχωρεί οριστικά στο σοσιαλιστικό κίνημα και καταλαμβάνει σχεδόν αμέσως μια από τις πρώτες θέσεις στον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό.Σύγκαιρα γίνεται η πιο επιφανής φυσιογνωμία στην πολιτική ζωή της Γαλλίας.

Στην υπόθεση Ντρέϋφους ο Ζωρές αναδείχθηκε σ΄ όλη του τη δύναμη. Στην αρχή, όπως σε όλες τις κρίσιμες κοινωνικές περιστάσεις, δίστασε. Αλλωστε βρισκόταν κάτω απο την επίδραση της δεξιάς όσο και της αριστεράς.Με την επίδραση του Γκεντ και του Βαγιάν – που θεωρούσαν την υπόθεση σαν πάλη των καπιταλιστικών κλικών, στην οποία το προλεταριάτο έπρεπε να μείνει αδιάφορο – ο Ζωρές δίστασε να ασχοληθεί με αυτήν την υπόθεση. Όμως, το θαρραλέο παράδειγμα του Ζολά τον απόσπασε από τον δισταγμό, τον ενθουσίασε και τον παρέσυρε. Μια και αναλάμβανε έναν αγώνα, ο Ζωρές τραβούσε μέχρι το τέλος. Του άρεσε να λέει για τον εαυτό του: Ago quod ago. (Ό,τι κάνω, το κάνω).

Για τον Ζωρές, η υπόθεση Ντρέϋφους συγκέντρωσε και έπλεκε τον αγώνα ενάντια στην παπαδοκρατία, στην αντίδραση, στην κοινοβουλευτική ρουσφετολογία, στο φυλετικό μίσος, στην στρατοκρατική αποτύφλωση, στις σκοτεινές ραδιουργίες του επιτελείου, στην δουλοπρέπεια των δικαστών, σ΄ όλες τις κακοήθειες που μπορεί να βάλει σε ενέργεια το δυνατό κόμμα της αντίδρασης για να φτάσει στους σκοπούς του. Μ΄ όλη την ένταση της οργής του ο Ζωρές επιτέθηκε ενάντια στον αντιντρεϋφουσικό Μελίν, που είχε ξανάρθει πάλι στην επιφάνεια σαν υπουργός στην “μεγάλη” κυβέρνηση Μπριάν. “Ξέρετε”, έλεγε, “από τι υποφέρουμε, από τι πεθαίνουν όλοι; Πεθαίνουμε από τότε που παρουσιάστηκε αυτή η υπόθεση από ημίμετρα, δισταγμούς, συμβιβασμούς, ψέμματα, αισχρότητες”.

“Δεν μιλούσε πια“, έλεγε ο Ρενάκ, “βροντούσε με το πρόσωπο κατακόκκινο, τα χέρια απλωμένα προς τους υπουργούς, που διαμαρτύρονταν, τη δεξιά που ούρλιαζε“. Αυτός ήταν ο αληθινός Ζωρές. Στα 1899 ο Ζωρές κατόρθωσε να κηρύξει την ένωση του σοσιαλιστικού κόμματος. H ένωση αυτή όμως ήταν εφήμερη. Η συμμετοχή του Μιλλεράν στην κυβέρνηση, λογική συνέπεια του Συνασπισμού της αριστεράς, κατέστρεψε την ενότητα και στα 1900 – 1901 ο γαλλικός σοσιαλισμός διασπάστηκε πάλι σε δύο μέρη. Ο Ζωρές ανέλαβε την αρχηγία εκείνου από το οποίο έφυγε ο Μιλλεράν.

Κατά βάθος, στις αντιλήψεις του, ο Ζωρές ήταν και έμεινε ρεφορμιστής. Είχε όμως μια καταπληκτική ικανότητα προσαρμογής και, ειδικά, προσαρμογής στις επαναστατικές τάσεις της στιγμής. Κι αυτό το έδειξε πολλές φορές μετά. Ο Ζωρές μπήκε στο κόμμα ώριμος άντρας, με μια τελείως σχηματισμένη ιδεαλιστική φιλοσοφία. Αυτό δεν τον εμπόδισε να βάλει τον δυνατό του αυχένα (ο Ζωρές είχε αθλητικό παράστημα) κάτω από τον ζυγό της οργανωτικής πειθαρχίας και πολλές φορές αισθάνθηκε την υποχρέωση και την ευκαιρία να δείξει ότι ήξερε όχι μόνο να διευθύνει αλλά και να υποτάσσεται.

Επιστρέφοντας από το Διεθνές Συνέδριο του Αμστρενταμ, που καταδίκασε την πολιτική της συγχώνευσης του εργατικού κόμματος (Γκέντ) στο Συνασπισμό της αριστεράς και τη συμμετοχή των σοσιαλιστών στην κυβέρνηση, ο Ζωρές αποσπάστηκε φανερά από την πολιτική του Συνασπισμού. Ο πρόεδρος της κυβέρνησης, ο αντικληρικός Κόμπ, ειδοποίησε τον Ζωρές ότι η διάσπαση της συνεργασίας θα τον αναγκάσει να αποχωρήσει. Αυτό δεν σταμάτησε τον Ζωρές. Ο Κόμπ παραιτήθηκε.Η ενότητα του κόμματος, όπου συγχωνεύτηκαν γκεντιστές και ζωρεσιστές, ήταν εξασφαλισμένη. Από τότε η ζωή του Ζωρές ταυτίζεται με την ζωή του Ενωμένου Κόμματος, του οποίου ανέλαβε την αρχηγία.

Η δολοφονία του Ζωρές δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Ηταν ο τελευταίος κρίκος μιας σκοτεινής εκστρατείας μίσους, ψεύδους και συκοφαντιών που εκτόξευαν εναντίον του οι εχθροί όλων των αποχρώσεων: “Θα ήταν δυνατόν να συμπληρωθεί βιβλιοθήκη ολόκληρη από τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες που απευθύνονταν ενάντια στον Ζωρές“. Ο “Χρόνος” δημοσίευε κάθε μέρα ένα και συχνά δύο άρθρα ενάντια στον ηγέτη. Ηταν όμως υποχρεωμένοι να περιορίζουν τις επιθέσεις τους ενάντια στις ιδέες του και στις μεθόδους της δράσης του: σαν πρόσωπο ήταν σχεδόν άτρωτος και πολύ περισσότερο στην Γαλλία όπου οι προσωπικοί υπαινιγμοί είναι ένα από τα δυνατότερα όπλα του πολιτικού αγώνα. Παρόλ΄ αυτά μίλησαν με μασημένα λόγια για την δύναμη διαφθοράς του γερμανικού χρυσού. Ο Ζωρές πέθανε φτωχός.

Στις 2 Αυγούστου 1914 ο “Χρόνος” αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την “εξαιρετική τιμιότητα” του θαμμένου εχθρού του. Επισκέφτηκα το καλοκαίρι του 1915 το περίφημο από τότε καφενείο “Κρουασάν”, που βρίσκεται δύο βήματα μακριά από την “Ουμανιτέ”. Είναι ένα κλασσικό παριζιάνικο καφενείο: πάτωμα βρώμικο με πλανιαρίδια, μουσαμαδένιους καναπέδες, χαλασμένα καθίσματα, μαρμάρινα τραπέζια, ταβάνι χαμηλό. Με μια λέξη ότι συναντά κανείς μόνο στο Παρίσι. Μου έδειξαν ένα μικρό καναπέ πλάϊ στο παράθυρο: εκεί σκοτώθηκε με μια πιστολιά το πιο μεγαλοφυές παιδί της σύγχρονης Γαλλίας. Οικογένεια αστική, πανεπιστήμιο, γάμος αστικός, κόρη που η μητέρα της την πηγαίνει να κοινωνήσει, σύνταξη εφημερίδας, αρχηγία κοινοβουλευτικού κόμματος. Μέσα σε αυτό το εξωτερικό πλαίσιο, που δεν έχει τίποτα το ηρωϊκό, ξετυλίχτηκε μια ζωή εξαιρετικής έντασης, σπάνιας ορμής.

Πολλές φορές ονόμασαν τον Ζωρές δικτάτορα του γαλλικού σοσιαλισμού, επίσης συχνά, η δεξιά τον ονόμασε δικτάτορα της Δημοκρατίας. Αναμφισβήτητο είναι ότι ο Ζωρές έπαιξε στο γαλλικό σοσιαλισμό ρόλο ασύγκριτο. Αλλά στη “δικτατορία” του δεν υπήρχε τίποτα το τυραννικό. Κυριαρχούσε χωρίς προσπάθεια. Ανθρωπος μεγάλης διορατικότητας, πνεύμα δυνατό, διάνοια μεγαλοφυής, εργάτης ακούραστος, ρήτορας με εξαιρετική φωνή, ο Ζωρές, με την δύναμη των πραγμάτων, είχε την πρώτη θέση. Με τόσο μεγάλη απόσταση από τους αντιπάλους του, έτσι που να μην αισθάνεται την ανάγκη να στεργιώσει τη θέση του με τις ραδιουργίες και τις μηχανορραφίες στις οποίες ο Πιερ Ρενωντέλ – ο σημερινός “αρχηγός” του σοσιαλπατριωτισμού – ήταν από τότε αριστοτέχνης.

Ο Ζωρές, διάνοια πλατιά, είχε μια φυσική αποστροφή για κάθε σεχταρισμό. Υστερα από μερικούς δισταγμούς ανακάλυπτε το σημείο που του φαινόταν κατάλληλο στην ορισμένη στιγμή. Ανάμεσα σ΄ αυτήν την πρακτική αφετηρία και τις ιδεαλιστικές του πεποιθήσεις τοποθετούσε, χωρίς πίεση πάνω στον εαυτό του, τις απόψεις που πλάταιναν ή στένευαν την προσωπική του άποψη. Συμφιλιώνοντας τις αντιμαχόμενες αποχρώσεις συγχώνευε τα αντιφατικά επιχειρήματα σε μια ενότητα που ασφαλώς δεν ήταν άμεμπτη. Γι΄ αυτό επιβαλλόταν, όχι μόνο στις λαϊκές και κοινοβουλευτικές συνελεύσεις – όπου η εξαιρετική ορμητικότητά του συνέπαιρνε το ακροατήριο – αλλά ακόμη και στα συνέδρια του κόμματος – όπου έλυνε τις αντιθέσεις τάσεων με αποφάσεις σκοτεινές και συνθήματα ευλύγιστα. Στο βάθος ήταν ένας εκλεκτικός, μεγαλοφυής όμως εκλεκτικός.

“Το καθήκον μας είναι σαφές: να διαδίδουμε πάντα την ιδέα και να οργανώνουμε τις δραστηριότητες, να ελπίζουμε πάντα, να αγωνιζόμαστε πάντα μέχρι την οριστική νίκη της διεθνούς σοσιαλιστικής δημοκρατίας, της μητέρας της ειρήνης και της δικαιοσύνης“. Ολος ο Ζωρές περιλαμβάνεται στη φράση αυτή. Η δημιουργική του ενεργητικότητα στρέφεται σ΄ όλες τις κατευθύνσεις: τονώνει και οργανώνει τις ενεργητικότητες, τις στρέφει στον αγώνα.Οπως λέει καλά ο Ραπποπόρ, στον Ζωρές διακρινόταν η μεγαλοψυχία και η καλωσύνη. Σύγκαιρα όμως κατείχε στον ανώτερο βαθμό το ταλέντο του συγκεντρωμένου μίσους, όχι του μίσους που τυφλώνει, σκοτίζει τον νου και οδηγεί σε πολιτικές παρεκτροπές, αλλά του μίσους που αγγίζει τη θέληση και της μεταδίδει τους πιο σωστούς χαρακτηρισμούς, τα πιο σωστά επίθετα που βρίσκουν αμέσως τον σκοπό. Θα έπρεπε να ξαναδιαβάσει κανείς όλους τους λόγους και τα άρθρα του ενάντια στους σκοτεινούς ήρωες της υπόθεσης Ντρέϋφους.

Να τι έλεγε για έναν από αυτούς, τον λιγότερο αξιοκατάκριτο: “Αφού δοκίμασε ο κ. Μπρουνετιέρ στην ιστορία της λογοτεχνίας ανόητους συστηματικούς συνδυασμούς με ανακρίβεια και αστάθεια, έτρεξε τελικά κάτω από τους βαριούς θόλους της εκκλησίας και προσπαθεί να σώσει το είδος αυτό της προσωπικής του χρεωκοπίας, κηρύχνοντας την γενική χρεωκοπία της επιστήμης και της ελευθερίας. Αφού μάταια προσπάθησε να βγάλει από το μυαλό του κάτι που να μοιάζει με σκέψη, εξυμνεί με υπέροχη δουλοπρέπεια την εξουσία. Εχοντας χάσει κάθε πίστη στις νέες γενιές, που καταχράστηκε για μια στιγμή την ευκολία τους να γενικεύουν, θέλει να θανατώσει την ελεύθερη σκέψη που του ξεφεύγει“. Αλίμονο σε εκείνον που θα έπεφτε πάνω του αυτό το βαρύ χέρι!

Στα 1885, όταν μπήκε στη Βουλή, ο Ζωρές κάθησε στα καθίσματα της μετριοπαθούς αριστεράς. Ομως το πέρασμά του στον σοσιαλισμό δεν ήταν απότομο, ούτε πήδημα. Η αρχική του “μετριοπάθεια” προερχόταν από μεγάλες ιδιότητες κοινωνικού ανθρωπισμού, που αργότερα εξελίχθηκε φυσικά σε σοσιαλισμό. Από την άλλη μεριά ο σοσιαλισμός του δεν έπαιρνε ποτέ καθαρό και δηλωμένο ταξικό χαρακτήρα και ποτέ δεν αποσπάστηκε από ανθρωπιστικές αρχές και αντιλήψεις του φυσικού δικαίου, που ήταν τόσο βαθιά ριζωμένες στη γαλλική πολιτική σκέψη την εποχή της μεγάλης Επανάστασης.

Ο Ζωρές στα 1889 ρώτησε τους βουλευτές: “Μήπως εξαντλήθηκε το πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης; Μήπως δεν μπορείτε να βρείτε στην Γαλλική Επανάσταση το μέσο να αντικρύσετε όλα τα ζητήματα που ορθώνονται; Ολα τα ζητήματα που παρουσιάζονται; Μήπως η Επανάσταση δεν διατήρησε μιαν αθάνατη αρετή που μπορεί να αντικρύσει όλες τις πολυποίκιλες δυσκολίες ανάμεσα στις οποίες βαδίζουμε;“. Ο ιδεαλισμός του δημοκράτη, το βλέπουμε καθαρά, δεν επηρρεάστηκε ακόμη καθόλου από την υλιστική κριτική.Αργότερα ο Ζωρές αφομοίωσε αρκετό μέρος του Μαρξισμού. Αλλά το δημοκρατικό βάθος της σκέψης του διατηρήθηκε μέχρι το τέλος. Ο Ζωρές μπήκε στον πολιτικό στίβο στην πιό σκοτεινή περίοδο της Τρίτης Δημοκρατίας, που είχε μόλις δεκαπέντε χρόνων ζωή και που – στερημένη από στέρεες παραδόσεις – είχε ενάντιά της παντοδύναμους εχθρούς.

Η θεμελιακή ιδέα του Ζωρές, αυτή που ενέπνεε όλη του τη δράση ήταν να αγωνιστεί για την Δημοκρατία, για τη διατήρησή της, για τον “εξαγνισμό” της. Ζητούσε για τη Δημοκρατία μια πλατύτερη κοινωνική βάση, ήθελε να οδηγήσει τη Δημοκρατία στο λαό για να τον οργανώσει με αυτήν και να κάνει τελικά το δημοκρατικό Κράτος όργανο της σοσιαλιστικής οικονομίας.


Ο σοσιαλισμός ήταν για τον δημοκράτη Ζωρές το μόνο ασφαλές μέσο για να στερεωθεί η Δημοκρατία και το μόνο δυνατό μέσο να τελειοποιηθεί. Δεν αντιλαμβανόταν την αντίθεση ανάμεσα στην αστική πολιτική και τον σοσιαλισμό, αντίθεση που καθρεφτίζει την ιστορική σύγκρουση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την δημοκρατική αστική τάξη. Στην ακούραστη τάση του προς την ιδεαλιστική σύνθεση ο Ζωρές ήταν, στην πρώτη του περίοδο, ένας δημοκράτης έτοιμος να δεχτεί το σοσιαλισμό. Στην τελευταία του περίοδο, ένας σοσιαλιστής που ανελάμβανε όλη την ευθύνη της Δημοκρατίας. Το ότι ο Ζωρές έδωσε στην εφημερίδα που ίδρυσε το όνομα Ουμανιτέ (Ανθρωπότητα) δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Ο σοσιαλισμός δεν ήταν γι αυτόν η θεωρητική έκφραση της ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Αντίθετα, το προλεταριάτο στα χέρια του έμενε σαν μια ιστορική δύναμη για την εξυπηρέτηση του δικαίου, της ελευθερίας και της ανθρωπότητας. Πάνω από το προλεταριάτο, φύλαγε μια μεγάλη θέση στην ιδέα της “ανθρωπότητας” καθ΄ εαυτήν, ιδέα που στους συνηθισμένους Γάλλους φωνακλάδες δεν είναι παρά μια κούφια λέξη. Αλλά σ΄ αυτήν εκείνος έναν ειλικρινή και θερμό ιδεαλισμό. Στην πολιτική ο Ζωρές συνδύαζε μιαν εξαιρετική ικανότητα ιδεαλιστικής αφαίρεσης με μια δυνατή αντίληψη της πραγματικότητας. Αυτό φαίνεται σ΄ όλη του τη δράση. Η υλική ιδέα της δικαιοσύνης και του καλού συμβαδίζει σ΄ αυτόν με μιαν εμπειρική εκτίμηση και των δευτερότερων ακόμη πραγματικοτήτων.

Ο Ζωρές, παρά την ηθική αισιοδοξία του, αντιλαμβανόταν τέλεια τις περιστάσεις και τους ανθρώπους και ήξερε να μεταχειρίζεται πολύ καλά τόσο τις πρώτες όσο και τους δεύτερους. Ηταν εξαιρετικά απλοϊκός. Τον έλεγαν συχνά χοντροχωριάτη. Αλλά με μόνο το γεγονός της διορατικότητάς του η απλοϊκότητά του εξυπηρετούσε την ιδέα. Ο Ζωρές ήταν ένας ιδεολόγος, ένας απόστολος της ιδέας όπως την καθορίζει ο Αλφρέ Φουγιέ όταν μιλάει για “δυναμικές ιδέες” της ιστορίας.

Ο Ναπολέων σιχαινόταν τους ιδεολόγους (η λέξη είναι δική του). Παρολ΄ αυτά κι εκείνος ήταν ο ιδεολόγος του καινούριου μιλιταρισμού. Ο ίδιος δεν περιορίζεται να προσαρμόζεται στην πραγματικότητα, βγάζει την “ιδέα” και την τραβάει μέχρι τις ακρότερες συνέπειές της. Στις ευνοϊκές περιόδους αυτό του δίνει επιτυχίες που δεν θα μπορούσε ποτέ να κατορθώσει ο κοινός πρακτικός. Αυτό όμως του προετοιμάζει το ίδιο ιλιγγιώδεις πτώσεις, όταν οι αντικειμενικοί όροι στρέφονται ενάντιά του. Ο θεωρητικός πελαγώνει στην θεωρία της οποίας σκοτώνει το πνεύμα. Ο καιροσκόπος πρακτικός μεταχειρίζεται τις καθορισμένες μεθόδους του πολιτικού επαγγέλματος. Αλλά αν συμβεί μια ανέλπιδη ανατροπή, βρίσκεται σε μια κατάσταση που του είναι ανώφελος κάθε ελιγμός. Ο ιδεολόγος με μεγάλη διορατικότητα είναι ανίσχυρος μόνο την στιγμή που η ιστορία τον αφοπλίζει ιδεολογικά, αλλά και τότε ακόμη είναι συχνά ικανός να ξανα – οπλιστεί γρήγορα, να πάρει την ιδέα της νέας εποχής και να εξακολουθήσει να παίζει ρόλο πρωταγωνιστή.

Ο Ζωρές ήταν ένας ιδεολόγος. Επαιρνε από την πολιτική κατάσταση την ιδέα που περιείχε και στην εξυπηρέτηση της ιδέας αυτής δεν σταματούσε ποτέ στην μέση του δρόμου. Ετσι την εποχή της υπόθεσης Ντρέϋφους, έσπρωξε μέχρι τις τελευταίες της συνέπειες την ιδέα της συνεργασίας με την μπουρζουαζία της αριστεράς και υποστήριξε με πάθος το Μιλλεράν, κοινό έμπειρο πολιτικό, που δεν ήταν ούτε και είναι ιδεολόγος, με το θάρρος και τον ενθουσιασμό του. Στην κατεύθυνση αυτή ο Ζωρές δεν μπορούσε παρά να κατρακυλήσει και ο ίδιος σε ένα πολιτικό αδιέξοδο – πράγμα που το έκανε με το θεληματικό και αφιλοκερδή παραλογισμό ενός ιδεολόγου έτοιμου να κλείσει τα μάτια μπρός στα πράγματα για να μην εγκαταλείψει τη δυναμική ιδέα.

Μ΄ ένα ιδεολογικό πάθος όλο ειλικρίνεια ο Ζωρές πολέμησε τον κίνδυνο του ευρωπαϊκού πολέμου. Στον αγώνα αυτό, όπως και σε όλους τους άλλους που έκανε, μεταχειρίστηκε πολλές φορές μεθόδους που ήταν τελείως αντίθετες με το ταξικό χαρακτήρα του κόμματός του και που φαίνονταν σε πολλούς συντρόφους του το λιγότερο παρακινδυνευμένες. Ελπιζε πολλά από τον εαυτό του, από την προσωπική του δύναμη, από την ευφυϊα του, την προγνωστική του ικανότητα. Στους διαδρόμους της Βουλής, συζητούσε με υπουργούς και διπλωμάτες και, με μια υπερβολική αισιοδοξία για την επιρροή του, τους κατατρόπωνε με την επιχειρηματολογία του.

Αλλά οι συζητήσεις και οι επιρροές των παρασκηνίων δεν απέρρεαν καθόλου από την φύση του Ζωρές, ο οποίος δεν τις ανέβαζε σε σύστημα, γιατί ήταν πολιτικός ιδεολόγος, αλλά όχι και θεωρητικός του οπορτουνισμού. Ήταν έτοιμος να θέσει με ίδιο ενθουσιασμό στην εξυπηρέτηση της ιδέας που τον κατείχε το πιο οπορτουνιστικά και επαναστατικά μέσα, κι αν η ιδέα αυτή ανταποκρινόταν στο χαρακτήρα της εποχής, ήταν ικανός σαν πρόσωπο να πετύχει θαυμαστά αποτελέσματα. Προχωρούσε όμως με τον ίδιο τρόπο και προς τις καταστροφές. Όπως ο Ναπολέων, μπορούσε στην πολιτική του να έχει Αούστερλιτς αλλά και Βατερλώ.

Ο παγκόσμιος πόλεμος θα έφερνε τον Ζωρές θα έφερνε τον Ζωρές αντιμέτωπο με τα ζητήματα που χώρισαν το σοσιαλισμό σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τι θέση θα έπαιρνε; Αναμφίβολα την πατριωτική. Αλλά δεν θα ανεχόταν ποτέ την κατάπτωση που έπαθε το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κάτω από την διεύθυνση των Γκέντ, Ρενωντέλ, Σαμπά και Τομά. Κι έχουμε απόλυτα το δικαίωμα να πιστεύουμε ότι τη στιγμή της μελλοντικής επανάστασης, ο μεγάλος ηγέτης θα καθόριζε, θα διάλεγε τη θέση του χωρίς λάθος και θ΄ ανέπτυσσε τις δυνάμεις του μέχρι τ΄ άκρα.

Ενα κομμάτι μολύβι πήρε τον Ζωρές από την μεγαλύτερη πολιτική δοκιμασία. Ο Ζωρές ήταν η ενσάρκωση της προσωπικής δύναμης. Το ηθικό του ανάστημα ανταποκρινόταν τελείως με το φυσικό του: η λεπτότητα και η χάρη καθ΄ εαυτή του ήταν ξένη. Αντίθετα, οι λόγοι του και οι πράξεις του είχαν την ανώτερη εκείνη ομορφιά που διακρίνει τις εκδηλώσεις της δημιουργικής δύναμης που είναι ασφαλής για τον εαυτό της. Πραγματικά, ήταν Γάλλος στον ανώτερο βαθμό. Παράλληλα με τους Βολταίρους, τους Μποαλώ, τους Ανατόλ Φράνς στη λογοτεχνία, τους ήρωες της Γιρόνδης ή τους σημερινούς Βιβιάνι και Ντεβαβέλ στην πολιτική, η Γαλλία παρήγαγε τους Ραμπελαί, τους Ζολά, τους Μπαλζάκ, τους Μιραμπώ, τους Νταντόν και τους Ζωρές. Είναι μιά φυλή ανθρώπων με αθλητική δύναμη οργής, με συμπυκνωμένη θέληση. Είναι τύπος αθλητικός.

Αρκούσε να ακούσει κανείς τη βροντερή φωνή του Ζωρές και να δει το πλατύ του πρόσωπο, φωτισμένο από μια εσωτερική αντανάκλαση, την υπερήφανη μύτη του, τον ταυρίσιο λαιμό του, που δεν δεχόταν ζυγό, για να πει: Να ένας άνθρωπος! Η κυριότερη δύναμη του Ζωρές – ρήτορα ήταν η ίδια με του Ζωρές – πολιτικού: η έντονη εξωτερικευόμενη ορμητικότητά του, η θέληση για δράση. Ο Ζωρές, για τον οποίο η ρητορική δεν έχει αληθινή αξία, δεν ήταν ρήτορας, ήταν κάτι περισσότερο: η τέχνη του λόγου γι αυτόν δεν ήταν σκοπός αλλά μέσο. Γι΄ αυτό ο ρήτορας, ο πιο δυνατός της εποχής του και ίσως όλων των εποχών, ήταν ανώτερος από την ρητορική τέχνη, ήταν πάντα ανώτερος από το λόγο του όπως ο τεχνίτης είναι ανώτερος από το εργαλείο του.

Ο Ζολά ήταν ένας καλλιτέχνης – παρουσιάστηκε με την ηθική απάθεια του νατουραλισμού – και ξαφνικά αποκαλύφτηκε με τον κεραυνό της επιστολής “Κατηγορώ!“. Ο χαρακτήρας του περιέκλειε μιαν ισχυρή δύναμη που βρήκε την έκφρασή της στο γιγαντιαίο έργο του, που όμως ήταν πραγματικά πλατύτερη από την τέχνη: ήταν η καταστρεπτική και δημιουργική ανθρώπινη δύναμη.

Το ίδιο συνέβαινε και με τον Ζωρές. Η ρητορική του τέχνη, η πολιτική του και με όλες τις αναπόφευκτες συμβατικότητες, απεκάλυπταν μια βασιλική προσωπικότητα με αληθινή ηθική δύναμη, με άγρια θέληση για αγώνα και νίκη. Δεν ανέβαινε στο βήμα για ν΄ ανακαλύψει τα οράματα που τον στενοχωρούσαν ή για να δώσει την τελειότερη έκφραση σε μια αλυσίδα ιδεών, αλλά για να συγκεντρώσει τις διασπαρμένες δυνάμεις στην ενότητα ενός σκοπού: ο λόγος ενεργούσε σύγχρονα στο λογικό, το αίσθημα καλαισθησίας και τη θέληση, μα πάντα όλες αυτές οι δυνάμεις της ρητορικής, πολιτικής, ανθρώπινης μεγαλοφυϊας του περιορίζονταν στην κύρια δύναμή του: τη θέληση για δράση.

Άκουσα τον Ζωρές στις λαϊκές συγκεντρώσεις του Παρισιού, στα Διεθνή Συνέδρια, στις επιτροπές των Συνεδρίων. Πάντα νόμιζα πώς τον ακούω για πρώτη φορά. Δεν είχε τίποτα το ρουτινιάρικο: αναζητώντας και βρίσκοντας τον εαυτό του, πάντα και αδιάκοπα κινητοποιώντας απ΄ την αρχή τις πολύπλευρες ικανότητες του πνεύματός του, ανανεωνόταν αδιάκοπα και δεν επαναλαμβανόταν ποτέ. Η ισχυρή, φυσική δύναμή του συνυπήρχε με μια θαυμάσια γλυκάδα που έμοιαζε με την αντανάκλαση της ανώτερης ηθικής αξίας. Ανέτρεπε βράχους, άστραφτε, βροντούσε, δεν έχανε όμως ποτέ τον εαυτό του, τον παρακολουθούσε πάντα, συνελάμβανε τελείως την ηχώ που προκαλούσε στην συνέλευση, αντιμετώπιζε τις αντιρρήσεις, ανατρέποντας πολλές φορές αλύπητα, σαν ανεμοστρόβιλος, κάθε αντίσταση που βρισκόταν στο δρόμο του, απομακρύνοντας συχνά τα εμπόδια με μεγαλοψυχία και γλυκάδα σαν δάσκαλος ή μεγαλύτερος αδελφός.

Οπως το γιγαντιαίο μηχανικό σφυρί κάνει σκόνη έναν κολοσιαίο βράχο ή βάζει προσεκτικά ένα φελλό σ΄ ένα μπουκάλι χωρίς να το σπάει. Ο Πώλ Λαφάργκ, μαρξιστής και αντίπαλος του Ζωρές, τον έλεγε διάβολο που έγινε άνθρωπος. Η διαβολική ή καλύτερα θεϊκή αυτή δύναμη επιβαλλόταν σε όλους, φίλους και εχθρούς. Πολλές φορές μαγεμένοι και θαυμάζοντας όπως μπροστά σε ένα μεγαλειώδες φαινόμενο της φύσης, οι αντίπαλοί του άκουγαν κρεμασμένοι στα χείλη του το χείμαρρο του λόγου του που έτρεχε ασυγκράτητος, ξυπνώντας, παρασέρνοντας και διεγείροντας τις θελήσεις.

Πριν από τρία χρόνια η μεγαλοφυΐα αυτή, σπάνιο δώρο για την ανθρωπότητα, χάθηκε πριν δώσει όλες της τις ικανότητες. Μήπως το τέλος του Ζωρές ήταν αναγκαίο στην αισθητική της μεγαλοφυΐας του; Οι μεγάλοι ξέρουν να εξαφανίζονται την ώρα που πρέπει. Προαισθανόμενος τον θάνατο, ο Τολστόϊ πήρε ένα μπαστούνι, έφυγε από την κοινωνία που απαρνιόταν και πήγε να πεθάνει σα ζητιάνος σε ένα σκυθρωπό χωριό. Ο Λαφάργκ, επικούρειος και σύγχρονα στωϊκός, αφού έζησε σε μιαν ατμόσφαιρα ειρήνης και σκέψης μέχρι τα εβδομήντα του χρόνια, νόμισε πως ήταν αρκετά και δηλητηριάστηκε. Ο Ζωρές, αθλητής της ιδέας, έπεσε στον στίβο πολεμώντας την τρομερή πληγή της ανθρωπότητας και του ανθρώπινου γένους, τον πόλεμο. Και θα μείνει στην μνήμη των μεταγενέστερων σαν ο πρόδρομος, το πρότυπο του ανώτερου ανθρώπου που θα γεννηθεί από τις θλίψεις και τις συμφορές, από τις ελπίδες και τον αγώνα.

Μιχάλης Ράπτης - Στοιχεία Πολεοδομικής

Εισαγωγικό σημείωμα   Το έτος 1940 ο Μιχάλης Ράπτης - Πάμπλο, βρίσκεται με την σύντροφο του στο Παρίσι. Έχει φύγει από την Ελλάδα την περίοδ...